NORD-OST, μέρες που ξεχάστηκαν

Η παράσταση “ΝORD-OST μέρες που ξεχάστηκαν” είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις που παρακολουθήσαμε, κατά την φετινή θεατρική σεζόν. Προκειται για ένα έργο σύγχρονο, δυνατό, πολιτικό, το οποίο ο Βαγγέλης Λάσκαρης επέλεξε να ανεβάσει μέσα από μια ροκ, κινηματογραφική ματιά. Η μουσική επένδυση της παράστασης τής προσδίδει συγκεκριμένο χαρακτήρα, δεν λειτουργεί ως απλή υπόκρουση. Η Μαρία Σαρέλη, η Μαρία Καλυβά και η Σταυρούλα Γκιόκα ενσαρκώνουν τρεις διαφορετικές γυναίκες που πήραν μέρος στην ομηρία που έλαβε χώρα στο θέατρο της Μόσχας το 2002. Κάθε γυναίκα αφηγείται την ιστορία από την δική της σκοπιά, μέχρι η ιστορία τους να γίνει ένα.

Μετά την παράσταση “στριμώξαμε” στο φουαγιέ του Vault τις τρεις πρωταγωνίστριες και -ευτυχώς- είχαν να μας πουν πολλά! Να σημειωθεί ότι τις μισές ερωτήσεις τις έκανε για λογαριασμό του urbanzip η εκκολαπτόμενη δημοσιογράφος και φίλη Μαρία Νταλαούτη!

Nordost 01 Από αριστερά: η Μαρία Σαρέλη, η Μαρία Καλυβά και η Σταυρούλα Γκιόκα. Τι πραγματεύεται το έργο; Αλήθεια, πώς το επιλέξατε;

Σταυρούλα Γ.: Η παράσταση μας πραγματεύεται ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 2002. Σε ένα κεντρικό θέατρο της Μόσχας, όπου εκείνη την ώρα παιζόταν η παράσταση του μιούζικαλ Nordost, εισέβαλαν 42 Τσετσένοι αυτονομιστές και κράτησαν τους θεατές ως ομήρους περίπου για τρείς ημέρες. Οι Τσετσένοι είχαν ως κύριο αίτημά τους την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την περιοχή της Τσετσενίας. Στην επιχείρηση συμμετείχαν και γυναίκες που είχαν χάσει τους άντρες τους και άλλους συγγενείς τους στον πόλεμο με την Ρωσία και μπήκαν στο θέατρο ζωσμένες με εκρηκτικά, οι επονομαζόμενες και μαύρες χήρες. Η επιλογή του έργου έγινε από τον σκηνοθέτη μας, τον Βαγγέλη Λάσκαρη.

Μαρία Σ.: Η παράσταση αφορά την 57ωρη ομηρία 850 ανθρώπων, σε ένα θέατρο στη Μόσχα από Τσετσένους αυτονομιστές, που έχουν ως αίτημα να σταματήσει ο πόλεμος στην Τσετσενία. Πρόκειται για τις μαρτυρίες τριών γυναικων, που έζησαν λεπτό προς λεπτό το γεγονός αυτό, η καθεμιά από διαφορετική σκοπιά. Το έργο δεν το επέλεξα εγώ, εκείνο με επέλεξε κατά κάποιον τρόπο… Τον Ιούνιο που μας περασε με πηρε τηλέφωνο ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Βαγγέλης, με τον οποίο γνωρίστηκα στη Δραματική και μου είπε οτι έχει να μου προτείνει κάτι. Λοιπόν, βρεθήκαμε από κοντά και νομίζω ότι από εκείνη τη στιγμή όλα είχαν δέσει από μόνα τους.

Μαρία Κ.: Το έργο πραγματεύεται μία από τις πιο μεγάλες τρομοκρατικές επιθέσεις, την επίθεση Τσετσένων αυτονομιστών το 2002 σε θέατρο στη Μόσχα με 850 ομήρους. Πραγματεύεται αυτόν τον χυδαίο πόλεμο ανάμεσα σε δύση και ανατολή, που στο όνομα των οικονομικών συμφερόντων και στο όνομα της θρησκείας χάνουν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι, όπως επίσης όχι ΜΟΝΟ την συγκεκριμένη τρομοκρατική επίθεση αλλά όλες αυτές που έχουν ήδη γίνει ή μπορεί να γίνουν δίπλα σου ή ακόμη χειρότερα εκεί ακριβώς που στέκεσαι. Όπως είπαμε το επέλεξε ο σκηνοθέτης μας ο Βαγγέλης Λάσκαρης, ο οποίος μου έκανε την πρόταση. Το έργο αυτό με συγκλόνισε, με ¨ξύπνησε¨, ο ρόλος της μαύρης χήρας απ’ την άλλη ήταν τόσο δελεαστικός και προκλητικός, που δεν είχα παρά να δεχτώ.

Τι κοινό έχουν οι ηρωίδες μεταξύ τους; Πιστεύετε ότι μπορεί να ταυτιστεί ο θεατής; Εσείς ταυτίζεστε με την ηρωίδα που υποδύεστε;

Σταυρούλα Γ.: Το περιστατικό το αφηγούνται τρείς γυναίκες. Μια Τσετσένα μαύρη χήρα, μία Ρωσίδα θεατής, η οποία βρισκόταν στο θέατρο με τον άντρα της και το παιδί της, και μία Λετονή γιατρός που μπήκε στο θέατρο για να προσφέρει ιατρική περίθαλψη στους ομήρους ενώ ανάμεσα τους, βρισκόντουσαν η κόρη και η μητέρα της. Όσοι δουν την παράσταση θεωρώ ότι δεν θα ταυτιστούν με καμμιά από τις ηρωίδες. Φωτίζονται τα γεγονότα και από τις τρείς πλευρές και ο θεατής έχει την ελευθερία να σκεφτεί και να κάνει τις συνδέσεις του με ανάλογα γεγονότα που συμβαίνουν όλο και πιο συχνά στις μέρες μας. Θέλω να πω πως η παράσταση δεν έχει τη λογική οι καλοί και οι κακοί, οι θύτες και τα θύματα. Η παρουσίαση δεν είναι μονοδιάστατη.

Εγώ κρατάω το ρόλο της γιατρού. Η λέξη ταύτιση είναι λίγο επικίνδυνη όχι μόνο για έναν ηθοποιό αλλά και για οποιονδήποτε. Παραπέμπει σε ψυχοπαθολογικά περιστατικά. Ασφαλώς και τον έχω αγαπήσει τον ρόλο μου και μπήκα στην διαδικασία των προβών να τον κατανοήσω και να προσπαθήσω να καταλάβω τον τρόπο που χειρίστηκε αυτήν την πολύ δύσκολη κατάσταση.

Μαρία Σ.: Το κυριότερο είναι πως είναι γυναίκες και ότι και οι τρεις βρίσκονται αντιμέτωπες με την ομηρία, ανεξαρτήτως του τι θέση έχει η καθεμία στην ιστορία και πώς θα εξελιχθεί εκείνη μέσα στον χρόνο. Ακόμα περισσότερα κοινά βέβαια δείχνει να έχουν μετά από αυτές τις 57 ώρες. Ο θεατής σίγουρα μπορεί να ταυτιστεί και το έργο να τον αγγίξει και να τον βάλει σε σκέψη, γιατί χρονικά και μόνο είναι ένα τόσο κοντινό μας γεγονός που δεν μπορεί κάποιος που θα δει την παράσταση να το προσπεράσει έτσι απλά χωρίς να τον επηρεάσει.

Στην παράσταση υποδύομαι την Όλγα, μια όμηρο που πήγε με την κόρη και τον άντρα της να δουν το “Nord-ost”. Νομίζω οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ταυτιστει με αυτόν τον ρολο, για τον λόγο ότι ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να βρίσκεται σε αυτήν την θέση. Επομένως, ναι, ταυτίζομαι με την Όλγα, η οποία φοβάται για τη ζωή της, τη ζωή των αγαπημένων της και η οποία το μόνο που ήθελε ήταν να δει μια παράσταση και δε φανταζόταν ποτέ πως κάτι τέτοιο θα συνέβαινε σε εκείνη. Γιατί όλοι αυτό κάνουμε, κατακλυζόμαστε από τέτοιου είδους ειδήσεις αλλά νομίζουμε πως όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με μας, πως είναι πολύ μακρινά, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Όλα αυτά ειναι δίπλα μας, μας αφορούν και δεν πρέπει να τα προσπερνάμε.

Μαρία Κ.: Τρείς διαφορετικές ιστορίες ενώνονται μεταξύ τους και αυτό που τις ενώνει είναι το θέατρο και η τρομοκρατική επίθεση. Δείτε το λίγο κινηματογραφικά. Από την άλλη τώρα, είναι και οι τρείς χήρες και η κάθε μια κουβαλά το δικό της σταυρό τη δική της οικογενειακή τραγωδία. Ο θεατής τώρα θα μπορούσε να ταυτιστεί με την όμηρο αλλά ούτε το έργο καθεαυτό ούτε η σκηνοθεσία οδηγούν στην ταύτιση του θεατή με κανένα ρόλο. Το ζητούμενο είναι ο θεατής να δει με κριτική ματιά τα γεγονότα και να σκεφτεί. Όχι, προσωπικά δεν ταυτίζομαι με την ηρωίδα μου, όμως την κατανοώ και προσπαθώ να πω την ιστορία της όσο καλύτερα μπορώ.

Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε για να προσεγγίσετε τον ρόλο σας;

Σταυρούλα Γ.: Και μόνο η γνώση ότι το έργο δεν είναι μυθοπλασία και η γυναίκα που ενσαρκώνω είναι αληθινό πρόσωπο μου προσθέτει πρόσθετο άγχος αλλά και μεγάλη ευθύνη για τον τρόπο που θα παρουσιαστεί και θα μιλήσει μέσω εμού ο άνθρωπος αυτός. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, διαβάσαμε πολλά άρθρα και συνεντέυξεις σχετικές με το γεγονός, είδαμε βίντεο και πλάνα από το θέατρο κατά τη διαρκεία της εισβολής αλλά και ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν μετέπειτα με ανθρώπους που έζησαν από κοντά εκείνες τις ώρες.

Μαρία Σ.: Δεν αντιμετώπισα κάποια ιδιαίτερη δυσκολία, δηλαδή και να ήθελα, δεν θα μπορούσα γιατί ο Βαγγέλης μας είχε “από κοντά”. Η αλήθεια είναι -πέρα από την πλάκα- ότι πριν προσεγγίσουμε η καθεμία τον ρόλο της ξεχωριστά, δουλέψαμε ομαδικά πάνω από το κείμενο και αυτό με βοήθησε πολύ και ως προς το να καταλάβω τον χαρακτήρα που υποδύομαι αλλά και το έργο και το τι θέλει να πει.

Μαρία Κ.: Έπρεπε να γνωρίσω και να κατανοήσω έναν τελείως διαφορετικό πολιτισμό με άλλη κουλτούρα, θρησκεία, συνήθειες, τρόπο ζωής και σκέψης. Πιστεύω πως η υπομονή και η δύναμη αυτών των γυναικών είναι τρομακτική.

Πόσο δύσκολο ήταν να ανεβάσετε ένα έργο, σχεδόν «ντοκιμαντερικό», που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πρόσφατο παρελθόν;

Μαρία Σ.: Για εμένα αυτό νομίζω ότι ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα, το ότι αναφέρεται το έργο σε πραγματικά γεγονότα, σε ανθρώπους που όντως έχουν ζήσει και έχουν περάσει αυτές τις στιγμές. Γι’ αυτό το λόγο δεν θέλουμε να γίνουμε αυτοί οι άνθρωποι -γιατί πολύ απλά ποτέ δεν θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε τα ίδια τα συναισθήματα τους, τον φόβο τους, την ένταση και την πίεση στην οποία βρέθηκαν. Δεν θα μπορούσα να νιώσω ότι ένιωσε η «Όλγα» τότε, γιατί δεν το βίωσα η ίδια, γιατί δεν ήμουν στην θέση της. Αυτό που θέλουμε είναι να μεταφέρουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μέσω της αφήγησης στον θεατή τα γεγονότα ως έχουν, μέσα απο τα βιώματα των χαρακτήρων και να του δώσουμε τροφή για σκέψη· πως όλα αυτά συμβαίνουν και τον αφορούν.

Μαρία Κ.: Δεν ξέρω αν ήταν δύσκολο ή εύκολο ξέρω ότι δουλέψαμε αρκετά για να πετύχουμε, χωρίς πολλά γύρω-γύρω, την ουσία αυτής της ιστορίας, το ρυθμό και την έντασή της. Την αφουγκραστήκαμε, την ακολουθήσαμε. Διαβάσαμε  αρκετά και είδαμε πολλά. Σίγουρα δεν μπορείς να παρεκκλίνεις, πρέπει να είσαι συνεπής με την ιστορία και προπαντός να τη σέβεσαι.

Οι τρεις γυναίκες του έργου αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πτυχές της ίδιας ιστορίας. Πιστεύετε ότι υπάρχουν όντως «διαφορετικές πτυχές» σε τέτοιου είδους γεγονότα;

Σταυρούλα Γ.: Σε τέτοια γεγονότα συνήθως ως πολίτες βλέποντας τα από την τηλέοραση και από τον τρόπο που παρουσιάζονται μένουμε στο “αχ, οι καημένοι, τι έπαθαν” ή “πόσο κρίμα είναι” κτλ. Εστιάζουμε λοιπόν στον πόνο του εμφανούς θύματος. Μέσα από τις αφηγήσεις των τριών γυναικών μπορούμε να δούμε τα αίτια που οδηγούν σε τέτοιες πράξεις και πόσο εύκολα το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη όταν πλέον δεν έχει τίποτα να χάσει. Στις μέρες μας ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι σε έξαρση και ένα μικρό -ευτυχώς- κομμάτι του Αραβικού κόσμου βλεπει με μίσος τον Δυτικό. Για να αλλάξει αυτό μήπως σαν πολίτες θα έπρεπε να σκεφτούμε τι έχουν προκαλέσει οι πολιτικές της Δύσης στους λαούς αυτούς;

Μαρία Σ.: Είναι 3 τελείως διαφορετικές γυναίκες, άρα, ναι, έχουμε διαφορετικές πτυχές σε τέτοιου είδους γεγονότα και σε κάθε γεγονός γιατί ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί ξεχωριστά από τον άλλον σε ό,τι του συμβαίνει. Αυτό εξαρτάται από το ό,τι και οι τρεις έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα, έχουν μεγαλώσει διαφορετικά και πιστεύουν σε άλλα πράγματα, οπότε η κάθε μια φαινομενικά δεν θα βρισκόταν ποτέ στην θέση της άλλης. Από την άλλη, όμως, συναισθηματικά όλες τους σχεδόν ταυτίζονται μεταξύ τους γιατί νιώθουν φόβο, αγωνία και δεν ξέρουν τι θα γίνει το επόμενο δευτερόλεπτο, επειδή και οι τρεις είναι πιόνια αυτού του παιχνιδιού. Αν βγάλουμε όμως έξω και τα συναίσθηματα και μιλήσουμε για θύτη και θύμα, στην ουσία στο έργο βλέπουμε πως οι Τσετσένοι είναι οι θύτες και οι Ρώσοι τα θύματα, αλλά για ποιο λόγο έχουν φτάσει στο σημείο αυτόι, να είναι δηλαδή οι Τσετσένοι-θύτες και οι Ρώσοι-θύματα; Μήπως πρωτύτερα οι δυο αυτοί όροι λειτουργούσαν αντίστροφα;

Μαρία Κ.: Όταν ο άνθρωπος παίρνει μια απόσταση από τα γεγονότα μπορεί να τα δει πιο καθαρά, μπορεί να κρίνει ορθότερα.  Όταν είναι μέσα σε αυτά, πιο πολύ αισθάνεται παρά σκέφτεται λογικά.  Γι’ αυτό το λόγο δεν ξέρω αν μια Τσετσένα που έχει χάσει όλη την οικογένειά της, αν ένας άνθρωπος που έχει ζήσει την τρομοκρατία, είτε ο ίδιος, είτε η οικογένειά του, μπορεί να δει αυτές τις πτυχές, αλλά πιστεύω πως τέτοιου είδους γεγονότα προέρχονται από κάποιες αλυσιδωτές ενέργειες. Το ένα φέρνει το άλλο, ο καθένας παλεύει για το δίκιο του, για την κυριαρχία του, για τα συμφέροντα του. Ο καθένας βλέπει τα πράγματα από άλλη οπτική. Ναι, υπάρχουν διαφορετικές πτυχές αλλά όλοι ξέρουμε το αποτέλεσμα! Νεκροί άνθρωποι και παιδιά. Εδώ τελειώνουν οι πτυχές και οι αλυσίδες και εδώ είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε και από αυτό να ξεκινήσουμε.

Θεωρείτε ότι στο Nord-ost γίνεται αναφορά, άμεση ή έμμεση, στον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία;

Σταυρούλα Γ.: Στο έργο το θηλυκό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Βλέπουμε τη γυναίκα ως σύζυγο, μάνα, εργαζόμενη, οικονομικά ανεξάρτητη αλλά και απόλυτα υποταγμένη στον άντρα και στους συγγενείς ακόμα κι όταν μείνει χήρα, μη έχοντας δικαίωματα στην εκπαίδευση και την εργασία, ακόμα και στο ίδιο της το σώμα. Θεωρείται ανίκανη να πάρει τη ζωή της στα χέρια της από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποιο αρσενικό δίπλα της, ως προστάτης. Και το παράδοξο είναι ότι, ενώ η γυναίκα σε κάποιες κουλτούρες θεωρείται αδύναμη, παίζει τόσο σημαντικό και καθοριστικό ρόλο σε μια τρομοκρατική επίθεση, όπως αυτή του Nordost. Και δυστυχώς ακόμα στις μέρες μας η θέση της γυναίκας αλλάζει ανάλογα με το πού κοιτάς στον παγκόσμιο χάρτη.

Μαρία Σ.: Η αναφορά είναι σίγουρα άμεση γιατί και οι τρεις ρόλοι είναι γυναικείοι. Εσκεμμένα πιστεύω ο συγγραφέας έχει επιλέξει την γυναίκα ως κύριο άξονα του έργου του. Στην πραγματικότητα αυτές οι τρεις γυναίκες αποτελούν μέρος του γεγονότος, δεν ξεχωρίζουν ανάμεσα σε τόσο κόσμο, άντρες και γυναίκες αντίστοιχα. Η μαύρη χήρα εκτελεί εντολές του επικεφαλής, η όμηρος είναι μια από τους εκατοντάδες θεατές με΄σα στο θέατρο και η γιατρός περιμένει εντολές της αστυνομίας. Ο συγγραφέας όμως τις έχει φέρει στο επίκετρον για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Σπάνια οι γυναίκες έχουν τόσο κυρίαρχο ρόλο σε καταστάσει κρίσης, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγισή τους, πώς αντιμετωπίζουν την κατάσταση και πώς ανταπεξέρχονται. Μακάρι να δινόταν λίγο περισσότερη βαρύτητα στον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, όπως και στο έργο. Γιατί το έργο μας αποδεικνύει πως μια χαρά μπορούν οι γυναίκες να ανταπεξέλθουν σε τέτοιου είδους καταστάσεις.

Μαρία Κ.: Άμεση αναφορά όχι δεν γίνεται, γίνεται προφανώς έμμεση λόγω της επιλογής από τον συγγραφέα τριών γυναικών για την εξιστόρηση των γεγονότων. Ίσως οι γυναίκες πρέπει να αγαπήσουν  τις γυναίκες για να θυμίσουν στους άντρες τι είναι η αγάπη. Ναι, έμμεσα υμνεί τη γυναίκα και την θέση της στην κοινωνία. Τη γυναίκα που συμβολίζει, την οικογένεια, τη ζεστασιά, που μπορεί να μεταμορφώνει, να στηρίζει.

Nordost 02

Πόσο επίκαιρο θεωρείται ότι είναι το έργο στην Ελλάδα και στον κόσμο του 2015; Ποια άλλα γεγονότα σας έρχονται στο μυαλό όταν παρουσιάζετε στο Vault την ιστορία του «Nord-ost»;

Σταυρούλα Γ.: Κατά τη διάρκεια των προβών, αλλά και από την πρεμιέρα μας έως σήμερα, συνέβησαν γεγονότα που μας συγκλόνισαν όπως η επίθεση στο Charlie Hebdo, η απαγωγή των γυναικών από την Μπόκο Χαράμ, η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε υγρό τάφο για χιλιάδες πρόσφυγες, η Χρυσή Αυγή ξανά στο κοινοβούλιο, παντού εικόνες ωμής βίας και ακραίου φανατισμού και μίσους για ο,τιδήποτε διαφορετικό από εμάς. Επομένως, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην παγκόσμια κοινότητα η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός και ο φασισμός οποιασδήποτε μορφής είναι στην ημερήσια ατζέντα.

Μαρία Σ.: Είναι άκρως επίκαιρο θεωρώ και όχι μόνο για την ελληνική, αλλά γενικά για όλες τις κοινωνίας. Γιατί βλέπουμε καθημερινά περιστατικά άκριτης βίας και πλέον έχουμε συνηθίσει μέσα σε όλο αυτό και μας φαίνεται παράξενο. Αλλά είναι αδιανόητο να έχουμε φτάσει εν έτει 2015 και να αφαιρείται η ζωή κάποιου τόσο απλά, χωρίς να έχει καμία σημασία. Στο μυαλό δυστυχώς μου έρχονται πάρα πολλά παρόμοια περιστατικά, η επίθεση στο Charlie Hebdo, ο βανδαλισμός του μουσείου της Μοσούλης, αλλά και κάθε περιστατικό βίας που ξεκινά από την διαφορετικότητα, το χρώμα, το φύλο, τη φυλή. Και αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι κάθε εβδομάδα σχεδόν συμβαίνουν ολοένα και πιο πολλά τέτοιου είδους περιστατικά…

Μαρία Κ.: Αποκεφαλισμοί από τζιχαντιστές, βόμβα στο γαλλικό περιοδικό Charlie Hedbo, σφαγή 148 ανθρώπων στην πλειοψηφία τους φοιτητών σε πανεπιστήμιο της Κένυα, ο κατάλογος είναι μακρύς. Είναι λοιπόν μια επίκαιρη παράσταση που αφορά όλους μας και αν όχι θα έπρεπε! Είμαστε οι φωνές αυτών των ανθρώπων που αξίζει να ακούσουμε.

Θεωρείτε ότι μια πόλη μπορεί να ξεπεράσει το σοκ μιας τέτοιας επίθεσης;

Σταυρούλα Γ.: Η ζωή προχωράει, οι πόλεις αργά ή γρήγορα βρίσκουν τους παλιούς τους ρυθμούς. Το θέμα είναι πως τέτοιου είδους περιστατικά μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για ανοιχτό διαόλογο με την κοινωνία, για αναζήτηση των αιτιών τους και τρόπους αντιμετώπισης τους. Και μιλώντας για αντιμετώπιση δεν εννοώ παραπάνω μέτρα ασφαλειας αλλά για πολιτικές που θα εφαρμοστούν συλλογικά ώστε να μην ξαναγίνουμε μάρτυρες ανάλογων συμβάντων. 

Μαρία Σ.: Είναι βαρύ το πλήγμα μιας τέτοιας επίθεσης και μια πόλη είναι δύσκολο να ξεπεράσει το σοκ, ειδικά οι άνθρωποι που το έζησαν. Πάντα θα το σκέφτονται. Αυτό όμως, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει, είναι η πόλη να ξεχάσει κάτι τέτοιο και να το θυμάται μόνο την ημέρα που έχει οριστεί ως ημέρα πένθους. Πρέπει να αναλογίζονται οι άνθρωποι τους λόγους μια τέτοιας επίθεσης, να ζυγίζονται όλες οι πλευρές και το πώς αντιμετωπίστηκε στο τέλος η κατάσταση.

Μαρία Κ.: Σίγουρα όχι σύντομα και όχι όσο συνεχίζονται τέτοιου είδους γεγονότα. Ο φόβος είναι δυνατό συναίσθημα. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις γίνονται αναπάντεχα. Φοβάσαι να πας στη δουλειά σου, φοβάσαι να φας σε ένα εστιατόριο, ο φόβος σε ακολουθεί. Δεν το έχω ζήσει αλλά θεωρώ ότι περνώντας ο καιρός, ας μην προσδιορίσω πόσο, το σοκ θα ξεπεραστεί όχι όμως και η μνήμη του γεγονότος.

Για ποιον/-ους λόγο/-ους θα προτείνατε σε κάποιον να δει την παράσταση;

Σταυρούλα Γ.: Δεν ανεβάζουμε αυτή την παράσταση για ένα συγκεκριμένο target group. Η παράσταση αυτή μας αφορά όλους καθώς καταπιάνεται με  ένα θέμα κοινωνικοπολιτικό και επίκαιρο . Από εκεί και πέρα αν κάποιος αναζητάει ένα έργο για να γελάσει με την παρέα του προφανώς και δεν θα έρθει στο “Nord-Ost – Οι μέρες που ξεχάστηκαν”.

Μαρία Σ.: Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να θίγει ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και απασχολούν τον άνθρωπο. Αυτή η παράσταση έχει ένα θέμα που είναι επίκαιρο και μας αφορά όλους. Και δίνει τροφή για σκέψη σε όποιον την παρακολουθήσει. Νομίζω για αυτόν τον λόγο θα πρότεινα σε κάποιον να δει την παράσταση. Γιατί έχει να του δώσει πράγματα, να δει μια κατάσταση και από τις δύο πλευρές, να βγει έστω και λίγο διαφορετικός στο τέλος του έργου. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που είμαι πολύ χαρούμενη που είμαι μέρος αυτής της παράστασης.

Μαρία Κ.: Το κείμενό του έργου είναι συγκλονιστικό, ταρακουνάει, σου δίνει αμέτρητες εικόνες, σε αφήνει να πάρεις εσύ θέση στα γεγονότα, γιατί θα πρέπει να μας αφορά όλους το θέμα της παράστασης. Για αυτούς τους λόγους και για όσους έχουμε αναφέρει ως τώρα, πρέπει να έρθει κάποιος να δει την παράσταση.

Nordost 13

Στην δική μας πόλη, την Αθήνα, ποια είναι τα αγαπημένα σας σημεία και γιατί;

Σταυρούλα Γ.: Η Αθήνα μπορεί να μην είναι μια όμορφη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Δυστυχώς την έχουμε καταστρέψει. Αρχιτεκτονικά βιάστηκε προς χάριν του κέρδους, οι ίδιοι οι πολίτες της την πληγώνουν καθημερινά καθώς δεν τη σέβονται.  Παρόλα αυτά έχει γωνιές που αξίζει κανείς να τις επισκέπτεται. Ένας περίπατος από την Διονυσίου Αρεοπαγίτου έως το Θησείο ή μια βόλτα στους Αέρηδες και τα στενά της Πλάκας, στα Άνω Πετράλωνα με τα νεοκλασικά και το Φιλοπάππου, σε κάνει να λες “ναι, αξίζει τελικά να ζω στην Αθήνα”.

Μαρία Σ.: Το κέντρο της πόλης. Αγαπώ το κέντρο της Αθήνας, ειδικά τα βράδια. Πλάκα, Μοναστηράκι, Εξάρχεια. Είναι μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, έχει πολύ ωραίο παλμό και μια ιδιαίτερη αύρα. Συγκεκριμένα, αγαπημένο μου σημείο είναι ένα μπαλκονάκι στην Πλάκα, λίγο πιο κάτω από τα βραχάκια της Ακρόπολης, που μπορώ να κάθομαι με τις ώρες. Το γιατί δεν μπορώ να το διατυπώσω με ακρίβεια, νομίζω απλά ότι εκεί έχει μια απίστευτη ηρεμια και ταυτόχρονα μια απέραντη ενέργεια που σου δίνει η θέα της φωτισμένης πόλης.

Μαρία Κ.: Η γειτονιά μου, εκεί που βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι και οι εφηβικές μου αναμνήσεις, ο ναός του Απόλλωνα στο Σούνιο για τη θέα του και το δέος που νοιώθεις, τα στενά της Πλάκας για την ομορφιά τους· γιατί το παλιό έχει την αξία του.

Τελικά, τι χρειάζεται κανείς για να αγαπήσει την πόλη στην οποία ζει;

Σταυρούλα Γ.: Για να αγαπήσει κανείς την πόλη που ζει θα πρέπει και η ίδια η πόλη να τον αγαπάει. Με λίγα λόγια μια βιώσιμη πόλη με καλά μέσα μαζικής μεταφοράς, καθαρή και φιλική προς τους πεζούς, τους ποδηλάτες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, σημεία αναψυχής, όπως πάρκα και πλατείες όπου ο κόσμος μπορεί να κάτσει (εγκληματική η ανάπλαση της Ομόνοιας) και ασφάλεια οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ώστε να μπορεί το ιστορικό και εμπορικό κέντρο της Αθήνας να έχει ζωή 24 ώρες το 24ώρο χωρίς να αποκλείουμε δρόμους λόγω του φόβου και της υποβάθμισης.

Μαρία Σ.: Αρχικά χρειάζεται η λέξη ΑΓΑΠΗ. Μέσα σου να έχεις αγάπη για τα πράγματα, για τους ανθρώπους, για τα μέρη που συχνάζεις και που ζεις. Αν δεν αγαπάει κάποιος την πόλη στην οποία ζει, πρέπει να ψάξει να βρει λόγους για να την αγαπήσει, να την εξερευνήσει, να της “επιτρέψει” να του δείξει τα όμορφα και τα άσχημα σημεία της και να αγαπήσει και τα δύο εξίσου. Πιστεύω πως αν όλοι αγαπούσαμε την πόλη στην οποία ζούμε, θα γινόμασταν καλύτεροι και εμείς και αυτή. Άρα αξίζει να ψάξουμε να βρούμε λόγους για να την αγαπήσουμε…εκτός αν τους έχουμε βρει ήδη.

Μαρία Κ.: Να ζήσει μέσα στην πόλη του, να έχει αναμνήσεις, να δει τα άσχημα και τα καλά της, να την γυρίσει, να την παρατηρήσει, να την αποδεχτεί.

Nordost 07

Η παράσταση “NORD-OST, μέρες που ξεχάστηκαν” ανεβαίνει κάθε Σάββατο (23:30) και Κυριακή (21:30) και για λίγες ακόμα παραστάσεις (μέχρι 7/06) στον Πολυχώρο Vault στον Κεραμεικό (Μελενίκου 26).

Συντελεστές: Το έργο είναι του συγγραφέα Torsten Buchsteiner. Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης, Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Μπίκα, Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Γεωργόπουλος, Φωτισμοί: Άννα Ρεμούνδου, Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου, Φωτογραφιές -Video: Θοδωρής Θεοδώρου, Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος, Ενδυματολόγος: Τόνια Πλατανά, Παραγωγή: Βack Up Theatre

Jack and Jill: a contemporary romance [vol. II]

1496518_368473699995532_8273731122668219134_o

Καλό μήνα σε όλους!

Χαίρομαι πολύ γιατί ξεκινάει ο Δεκέμβρης με πολύ ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά δρώμενα στα οποία συμμετέχουν φίλοι μου και ανυπομονώ να συγκινηθώ (ξανά).

Ένα από αυτά τα δρώμενα είναι η παράσταση “Jack & Jill” που ανέβηκε πέρσι με μεγάλη επιτυχία στο Vault και ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά. Θα παίζεται από σήμερα και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Life & Art Theater στον Κεραμεικό. Το έργο είναι της Jane Martin και πρόκειται για ένα σύγχρονο ρομάντζο, συγκινητικό, χιουμοριστικό, ρομαντικό, κυνικό και πολύ αληθινό, μια ιστορία αγάπης που έχουμε ζήσει ή θα ζήσουμε όλοι.

Περισσότερα μπορείτε να (ξανα)διαβάσετε στην συνέντευξη του σκηνοθέτη Βαγγέλη Λάσκαρη και της βοηθού σκηνοθέτη Σταυρούλας Γκιόκα https://urbanzip.wordpress.com/2014/02/12/jack-and-jill-a-romance-by-vangelis-laskaris/.

🙂

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης

Παίζουν: Δημήτρης Κάτσης, Μαργαρίτα Παπαντώνη

Φωτισμοί: Nίκος Καραγέωργος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Γκιόκα Σταυρούλα, Σαρέλη Μαρία

Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου

Φωτογραφιές: Γιάννης Κυλπάσης

Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος

Επιμελεια κουστουμιών: Λυγερή Παπαγιαννάκη

Μουσική επένδυση: Βαγγέλης, Πιτσάκια, Γιάννηδες

Παραγωγή: L.A. (Life ‘n’ Art) Theater

Epidaurus, Old town

image

Where culture meets nature…

Jack and Jill: a contemporary romance

1545153_10202420880859448_556951033_n

Είναι βράδυ Δευτέρας και συναντώ τον Βαγγέλη Λάσκαρη και την Σταυρούλα Γκιόκα στο radiobubble για να μιλήσουμε για το έργο  Jack and Jill που ανεβάζουν αυτήν την περίοδο. Πειράζω τον Βαγγέλη, που σκηνοθετεί την παράσταση, ότι τα γυαλιά οράσεώς του είναι ίδια με των συναδέλφων του, Γούντι Άλεν και Μάρτιν Σκορσέζε. Η Σταυρούλα , που είναι βοηθός σκηνοθέτη, πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας στις 9 το βράδυ! Άλλωστε ακολουθει μεταμεσονύχτια πρόβα… Στην πορεία, διαπιστώνω αυτό που υποπτεύομαι εξαρχής, ότι οι συντελεστές είναι μια πολύ δεμένη παρέα, με ενθουσιασμό, φρεσκάδα και πολύ μεράκι για αυτό που κάνουν. Όταν είδα την παράσταση, διαπίστωσα ότι είναι επίσης και πολύ ταλαντούχοι. Το έργο  Jack and Jill ανεβαίνει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από 1 Φερβουαρίου στον πολυχώρο Vault.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με το θέατρο και ποιά είναι η διαδρομή σας μέχρι σήμερα;

Β. : Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στο Πάντειο Παν/μιο, έχω σπουδάσει κοινωνιολογία. Μετά έκανα ένα MBA στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Με το θέατρο ασχολιόμουν από πολύ μικρός, από τα μαθητικά χρόνια, σε σχολικές θεατρικές ομάδες. Κάποια στιγμή στο πανεπιστήμιο έφτιαξα μια δική μου θεατρική ομάδα, αλλά όλο αυτό γινόταν σαν χόμπι. Αυτή τη στιγμή είμαι δευτεροετής φοιτητής στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της Πετρούπολης, όπου σπουδάζω υποκριτική. Νωρίτερα είχα παρακολουθήσει και κάποια σεμινάρια στο Θέατρο των Αλλαγών και στο L.A. Theater. Σαν ηθοποιός, η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν πέρσι στην παράσταση του Νίκου του Καραγέωργου «Βαϊμάρη 2013». Επίσης, συμμετείχα και στην παράσταση της Βάνας Πεφάνη «Αναζητώντας τον Καβάφη», η οποία έγινε στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Πέτρας. Αυτή ουσιαστικά είναι η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά.

Σ. : Εγώ αγάπησα το θέατρο πρώτα από όλα σαν κοινό. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο είχαμε πάει με το σχολείο σε μια παράσταση και βγήκα από το θέατρο μαγεμένη. Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πολύ να κάνω αυτό που κατάφεραν αυτοί οι άνθρωποι επί σκηνής και με έκαναν εμένα να νιώσω έτσι. Θα ήθελα να μπορώ να το κάνω κι εγώ σε άλλους ανθρώπους. Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω Κοινωνιολογία στο Πάντειο Παν/μιο, είδα μια ανακοίνωση για οντισιόν για την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ι. Καμπανέλλη. Και είπα ότι θέλω να πάω να δοκιμάσω. Ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική σαν χόμπι, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτό θα ήταν το επάγγελμά μου. Όντως, λοιπόν, πήγα στην οντισιόν η οποία ήταν της θεατρικής ομάδας του Βαγγέλη (σ.σ. Λάσκαρη), με πήρε και ανεβάζαμε παραστάσεις σε όλα τα φοιτητικά χρόνια. Μετά από τη σχολή μπήκα σε μια άλλη θεατρική ομάδα με την οποία κάναμε ανεβάσαμε κάποιες ερασιτεχνικές παραστάσεις. Στη συνέχεια αποφάσισα να γραφτώ σε κάποιο εργαστήρι να παρακολουθήσω μαθήματα. Πέρασα και τις εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού και πλέον σπουδάζω στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Πετρας όπου είμαι σήμερα δευτεροετής.

Βαγγέλη τι σε ώθησε να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία;

Β. : Με ώθησε μια ώθηση. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία. Νομίζω ότι μου αρέσει να δημιουργώ κόσμους. Να λέμε ιστορίες, να μεταφέρουμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, να είμαστε οι «Μεταφορές – Ο Μπάμπης», εμείς έτσι το λέμε. Να μεταφέρουμε και να λέμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, με πρόσοχη όμως μην σπάσει τίποτα!!!

Έχεις σκεφτεί ποτέ να γράψεις;

Β. : Όχι, δεν το έχω δοκιμάσει.

Πώς επιλέξατε να ανεβάσετε αυτό το έργο;

Β. : Το έργο λέγεται Jack and Jill, είναι της Jane Martin και είναι ένα σύγχρονο ρομάντζο. Για διάφορους λόγους δεν κατάφερε να ανέβει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα. Αυτό πάντα με ιντρίγκαρε. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται ένα έργο πολύ φορτισμένο για μένα από ανθρώπους πολύ δικούς μου. Το βρήκα από τον Κώστα Μπάρα, ο οποίος ήταν να το ανεβάσει με τη Βάνα Πεφάνη. Πρόκειται για δύο ανθρώπους που έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στο ότι κάνω θέατρο σήμερα και στον τρόπο που το κάνω. Ο βασικότερος λόγος ήταν αυτός. Νομίζω ότι τα έργα τα διαλέγεις από ένστικτο. Επίσης, ζούμε και σε μια εποχή όπου υπάρχουν πράγματα που μας βάζουν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Είμαστε σε μια εποχή που υπάρχει ανάγκη να μιλήσουμε για τον έρωτα και για αυτό που μας ενώνει και μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Ακόμα κι αν πολλές στιγμές μπορεί ο έρωτας να οδηγήσει και σε άλλες καταστάσεις. Όμως όλοι ξέρουμε πως όπως και να καταλήξει μια σχέση, ο έρωτας είναι κάτι ανυπέρβλητο. Και νομίζω, ναι, πρέπει να μιλήσουμε λίγο και για αυτά που μας ενώνουν.

Μιλήστε μας λίγο για την υπόθεση. 

Β. : Το έργο λοιπόν είναι ένα ρομάντζο, ένα σύγχρονο ρομάντζο  είναι η ιστορία δύο ανθρώπων ίδιαίτερων και ταυτόχρονα συνηθισμένων. Βλέπουμε την ερωτική ιστορία του Jack και της Jill.

Σ. : Το έργο είναι η πορεία μιας σχέσης: η συνάντηση και η μετέπειτα εξέλιξή της. Νομίζω ότι μέσα από τη δική τους πορεία ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει κομμάτια του και προσωπικές του στιγμές ή να θυμηθεί πώς αντέδρασε ο ίδιος σε περιπτώσεις όπως ένας χωρισμός, τη στιγμή που ερωτευόμαστε, τα κοινά όνειρα που κάνουμε με κάποιον που νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε μαζί.

Η Jane Martin περιγράφεται ως “ύποπτη” και “αμφιλεγόμενη” περίπτωση συγγραφέα. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Β. : Η Jane Martin είναι πράγματι μια “αμφιλεγόμενη” περίπτωση. Είναι μια Αμερικανίδα συγγραφέας που έχει βραβευτεί 4 ή 5 φορές, υπήρξε υποψήφια για το βραβείο Πούλιντζερ, αλλά ποτέ δεν έχει εμφανιστεί δημόσια. Δεν υπάρχουν ούτε φωτογραφίες της. Είναι η πιο γνωστή-άγνωστη συγγραφέας!

1464195_10202590920393358_679726330_o

Στα πλαίσια της ανάπτυξης των χαρακτήρων του Jack και της Jill υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους σε επίπεδο άντρα-γυναίκας;

Β. : Σε πρώτη ανάγνωση είναι πιθανό να το σκεφτεί κανείς αυτό. Εμείς κάνοντας τουλάχιστον δύο μήνες «τραπέζι», καταλήξαμε στο ότι ζούμε σε μια κοινωνία που αναπαράγει στερεότυπα. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και ο καθένας έχει τη δική του  προσωπικότητα, άρα μάλλον είναι κάτι βαθύτερο από την σύγκρουση άνδρα-γυναίκας. Είναι σύγκρουση διαφορετικών ανθρώπων και έχει να κάνει με το ότι πολλές φορές εμμένουμε στον εαυτό μας και με το ότι πολλές φορές στις σχέσεις σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άλλον, να ψάχνουμε τον άλλον, σταματάμε να τον κοιτάμε όπως τον κοιτάξαμε την πρώτη φορά που τον ερωτευτήκαμε. Άρα στην πραγματικότητα δεν είναι θέμα άνδρα-γυναίκας. Η σύγκρουση προκύπτει επειδή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Σ. : Όλες οι σχέσεις είναι ένα παιχνίδι, συνειδητό ή ασυνείδητο, εξουσίας. Νομίζω ότι από εκεί προέρχεται η σύγκρουση. Κάνουμε προβολές στον άλλον τα δικά μας θέλω, τα δικά μας πιστεύω, τις δικές μας ανάγκες και περιμένουμε ο άλλος να αντιδράσει με τον τρόπο που εμείς θέλουμε. Εκεί επέρχεται η σύγκρουση και έχει να κάνει με το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε χώρο στον άλλο για να πετύχουμε τη συνύπαρξη, να έχουμε μια κοινή πορεία, να είμαστε μαζί. Άρα δεν είναι θέμα φύλου, αλλά διαφορετικών ανθρώπων.

Β. : Και η σκηνοθεσία έχει στηριχτεί σε αυτό. Η παράσταση έχει «φωτιστεί» έτσι ώστε όταν ο Jack ενδιαφέρεται για την Jill, ο θεατής θα μπορεί να δει την Jill. Και το αντίστροφο. Όταν σταματά να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλον, να τον αναζητά, να τον καταλαβαίνει, τότε το κοινό δεν θα μπορεί να τους βλέπει.

Πιστεύετε ότι υπάρχει “απόσταση” μεταξύ ελληνικής και αμερικάνικης κουλτούρας ως προς τη νοοτροπία που διαπνέει το έργο;

Β. : Νομίζω ότι δεν υπάρχει απόσταση τελικά γιατί οι νέες γενιές, ειδικά στην χώρα μας, έχουν μάθει να ερωτεύονται μέσω του Hollywood.(Γελάει) Στο μυαλό μου δεν υπάρχουν αποστάσεις κουλτούρας, ναι είμαστε διαφορετικοί αλλά στο τέλος είμαστε όλοι “άνθρωποι”… και μάλλον περισσότερο ίδιοι παρά διαφορετικοί.

Σ. : Μπορεί το έργο να αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (την αμερικάνικη), αλλά δεν νομίζω ότι έχει τόσες διαφορές με την ελληνική κοινωνία ως προς τις σχέσεις των ανθρώπων. Επίσης, ο Ερρίκος ο Μπελιές έχει κάνει  μια πολύ καλή μετάφραση. Δεν είναι αμιγώς ελληνοποιημένη γιατί δεν απαιτείται, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, το ελληνικό κοινό είναι όντως πολύ εξοικειωμένο με αυτόν (τον αμερικάνικο) τον τρόπο προσέγγισης οπότε θα του είναι πάρα πολύ οικείο το έργο.

Δηλαδή να περιμένουμε μια «χολιγουντιανή» προσέγγιση του έργου από σκηνοθετικής άποψης;

Β. : Σε καμία περίπτωση, γιατί και να ήθελα δεν θα μπορούσα!

Πώς δούλεψες, λοιπόν, τη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης; Το θεώρησες πρόκληση; Υπήρχε κάτι που σε δυσκόλεψε;

Β. : Σε αυτή τη δουλειά προσπάθησα να δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο στον ηθοποιό να εκφραστεί. Είναι κάτι που με απασχολεί και προσπαθήσαμε να το εφαρμόσουμε σε αυτήν την παράσταση. Αυτό που θέλω εγώ είναι χρόνος. Να έχω δικό μου χρόνο για να φτιάξω τον τρόπο με τον οποίο θα έρθω να σας πω την ιστορία, εν προκειμένω του Jack και της Jill. Έδωσα, λοιπόν, χώρο στους ηθοποιούς κι από εκεί και πέρα εγώ έφτιαξα το «πλαίσιο». Δεν μπορείς να το κάνεις πάντα αυτό, αν είχα δύο άλλους ηθοποιούς δίπλα μου θα ήταν ένα άλλο έργο.

Για εμένα πάντως, είναι πολύ σημαντικός, όπως προείπα, ο χρόνος. Χρόνος για να φτιάξουμε μια παράσταση. Επιμένω σε αυτό γιατί στη δουλειά μας δεν υπάρχει χρόνος, βιαζόμαστε πάρα πολύ να ανεβάσουμε πράγματα, με αποτέλεσμα να μην τους δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή και το απαιτούμενο «σκάψιμο» που θέλουν. Ακόμα και αν δεν πρόκειται για Σαίξπηρ ή Σοφοκλή. Το έργο δουλεύεται από τον Ιούλιο, κάναμε δύο μήνες τραπέζι, αυτοσχεδιασμούς και από εκεί και πέρα αλλάξαμε το έργο τέσσερις φορές μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό που θα δείτε εσείς είναι καθαρό. Η παράστασή μας επίσης είναι ένα low budget project, πράγμα που ήταν επίσης μια πρόκληση. Το αποτέλεσμα λοιπόν που θα δείτε επί σκηνής είναι η τέταρτη βερσιόν και είναι εντελώς καθαρή. Ως προς την πρόκληση, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μπορέσουμε να διαχειριστούμε την ελευθερία που μας δίνουν -κι αύτο που λέω εχει να κάνει με τον χώρο που είχαν οι ηθοποιοι να εκφραστούν και να προτείνουν, πράγμα όχι τόσο συνιθισμένο σε σχέση με το βαθμό στον οποίο έγινε σε αυτό το έργο…  Είναι ένα ίδιον της εποχής μας, ενώ έχουμε περάσει από ανελεύθερα καθεστώτα, σήμερα έχουμε τόση ελευθερία και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο αν θες κομμάτι ήταν αυτό.

Ποιοί είναι οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην παράσταση;

Β. : Είναι ο Δημήτρης Κάτσης και η Μαργαρίτα Παπαντώνη. Είναι δύο νέοι ηθοποιοί, υπερταλαντούχα πλάσματα και πολύ καλοί φίλοι. Με τα παιδιά γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και εκτός αυτού έχουμε αρκετά κοινά καλλιτεχνικά «βλέμματα».

Και δυο λόγια για το Vault;

Β. : Η παράσταση ανεβαίνει στον πολυχώρο Vault, έναν πολύ ζεστό χώρο. Πραγματικά μας αγκάλιασε. Προσωπικά, και παρ’ όλο που είναι η πρώτη μου δουλειά ως σκηνοθέτης, ένιωσα ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ο Δημήτρης Καρατζιάς είναι δίπλα μας σε όλη αυτήν την προσπάθεια και τον ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας εμπιστεύτηκε σε αυτή τη δουλειά. Στο Vault ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις και αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε και να δείτε έργα που καλύπτουν πολύ μεγάλο θεατρικό εύρος.

Πιστεύετε ότι στην Αθήνα υπάρχουν σχετικά πολλοί θεατρικοί χώροι; Κι αν ναι, το θεωρείτε καλό ή προβληματικό;

Β. : Όντως υπάρχουν πολλοί χώρες και ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις. Για μένα είναι θετικό από τη στιγμή που κάποιος μπορεί να βρει βήμα για να δείξει τη δουλειά του και κάτι που αξίζει θα ανταμειφθεί. Για εμένα είναι θετικό που η Αθήνα έχει πάρα πολλές σκηνές. Γιατί μπορείς να δεις παραστάσεις διαφορετικού ύφους, κλασικές, μοντέρνες, πειραματικές κλπ. Υπό άλλες συνθήκες μπορεί κι εγώ να μην μπορούσα να βρω χώρο να δείξω τη δουλειά μου. Είναι καλό όποιος κάτι έχει να πει στην τέχνη να μπορεί να το πει, ανεξαρτήτως αν θα έχει αποδοχή ή όχι. Το λιγότερο που θα έπρεπε να μας απασχολεί πάντως είναι το αν υπάρχουν πολλές θεατρικές σκηνές στην Αθήνα. Μακάρι όλο και περισσότερος κόσμος να στρεφόταν προς το θέατρο και τις τέχνες γενικότερα.

Ποιά είναι η γνώμη σας για τις θεατρικές σπουδές στην Ελλάδα;

Β. : Η δουλειά του ηθοποιού είναι πολύ δύσκολη αν αποφασίσει κάποιος ότι θέλει να βιοποριστεί από αυτό. Όπως και οι θεατρικές σκηνές έτσι και οι δραματικές σχολές είναι πολλές. Εγώ το βρίσκω θετικό. Αν θέλει κάποιος να σπουδάσει κάτι γιατί να μην έχει τη δυνατότητα να το κάνει; Νομίζω ότι, όπως το καταλαβαίνω προς το παρόν, η δουλειά που θα κάνει κανείς στον χώρο αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο προσωπική. Έχει να κάνει με το κατά πόσο θα προσπαθήσει, θα μοχθήσει και θα θέλει πραγματικά να μάθει. Σημασία έχει όποιος θέλει να μπει στο χώρο να κάνει φασαρία. Ο χώρος του θεάτρου έχει έναν μυστικισμό. Αν κάποιος διαλέξει αυτόν τον δρόμο θα πρέπει να μείνει, να παλέψει και να προσπαθήσει πάρα πολύ. Το θέατρο έχει κάτι μαγικό· αν πραγματικά του δώσεις θα βρει έναν τρόπο να σε ανταμείψει. Και ήθελα να πω ότι στη Σχολή Πέτρας, που είναι μια νέα δραματική σχολή, γίνεται μια ξεχωριστή προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο να έρθετε στην παράσταση να δείτε τον τρόπο που κάνουμε θέατρο, μια που όλοι οι συντελεστές είμαστε παιδιά της Δραματικής της Πέτρας και προσπαθούμε να έχουμε το δικό μας στίγμα.

Σ. : Στην Ελλάδα υπάρχει κάτι οξύμωρο. Ενώ δεν υπάρχει θεατρική παιδεία, όπως αυτή νοείται σε άλλες χώρες, σε σχολικό επίπεδο ήδη, στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλές σκηνές, πάρα πολλές δραματικές και πάρα πολλοί ηθοποιοί, πράγμα που φαίνεται όντως περίεργο. Το ότι υπάρχουν πολλές σκηνές το βρίσκω κι εγώ θετικό. Είναι ωραίο να υπάρχουν χώροι έκφρασης για κάθε νέο, είτε σε ερασιτεχνικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Νομίζω ότι ούτως ή άλλως βοηθάει, προάγει τον πολιτισμό, είναι μέσο εκτόνωσης, δημιουργίας. Όσον αφορά στις σχολές, αυτό που στερούμαστε σε σχέση με έξω είναι προγράμματα σπουδών. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει το Υπουργείο που ορίζει κάποια πράγματα, αλλά δεν υπάρχει έλεγχος (με την καλή έννοια, όχι παρεμβατισμός), δεν υπάρχει ένα πλαίσιο. Επίσης, θα μπορούσαν να υπάρχουν σχολές με συγκεκριμένη ταυτότητα, πχ. αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με το σωματικό θέατρο αποκλειστικά, να ξέρει που να απευθυνθεί. Το βασικό που λείπει είναι ότι δεν υπάρχουν σχολές γενικά για τις παραστατικές τέχνες. Για αυτό οι περισσότεροι που θέλουν να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο σπουδάζουν έξω. Πρέπει να αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε τι γίνεται έξω και να το επικοινωνήσουμε αυτό. Παρά τις ελλείψεις ωστόσο, το ανθρώπινο δυναμικό είναι πολύ καλό. Δε λείπει ούτε ταλέντο, ούτε θέληση. Και ιδίως μέσα στις αντίξοες συνθήκες και ενώ ο κλάδος πλήττεται βλέπουμε ότι ανεβαίνουν ακόμη περισσότερες παραστάσεις γιατί υπάρχει ανάγκη.

Β. : Συμφωνώ και εγώ ότι έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Όπως επίσης ότι επιβάλλεται να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτά που κάνουν σε άλλες χώρες και να μοιραζόμαστε ιδέες, να ανταλλάσσουμε κουλτούρες με τους άλλους λαούς. Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους, τους πολιτικούς, να μας φέρουν κοντά και να περιμένουμε να ενώσουν την Ευρώπη, για παράδειγμα. Εμείς πρέπει να έρθουμε πιο κοντά ως λαοί και αυτό επιβάλλεται να γίνει και σε αυτό το επίπεδο.

Ποιά είναι η σχέση σας με το ίντερνετ και ποιά η γνώμη σας για αυτό;

Β. : Το ίντερνετ έχει αλλάξει την εποχή μας. Η δικιά μου γενιά έχει σταματήσει να βλέπει τηλεόραση. Είτε για να μάθει ειδήσεις, είτε για να δει σειρές θα χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο. Φέρνει τον κόσμο πιο κοντά. Είμαστε στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής, την οποία το δικό μου μάτι δεν μπορεί ακριβώς να διαγνώσει, γιατί είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν τα έχω πολύ καλά με την τεχνολογία. Ως προς το θέατρο, σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια παράσταση εντελώς ψηφιακή κάποια στιγμή. Κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τον θέατρο, περνάμε από την εποχή του σκηνοθέτη στην εποχή του σκηνογράφου. Γιατί νομίζω ότι μπορούν πλέον όλα να γίνουν ψηφιακά, εικονικό περιβάλλον, εικονικοί ηθοποιοί, σαν animation. Το ίντερνετ εμένα προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό γεγονότα όπως η αραβική άνοιξη, μια επανάσταση η οποία ξεκίνησε από τα κοινωνικά δίκτυα, κινητοποίησε κόσμο. Πάντα υπάρχει κι ο αντίποδας. Φτιάχνουμε ψηφιακούς χαρακτήρες, είμαστε περισσότερο «ψεύτες» μέσα σε αυτό. Πρέπει λίγο να δούμε πως θα είμαστε περισσότερο εμείς πιο αληθινοί μέσα από το διαδίκτυο, όπως αυτό που κάνετε πχ. εσείς μέσα από αυτό το blog. Πρέπει να δούμε πώς θα είμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας μέσα σε αυτό.

Σ. : Είμαστε στην εποχή του διαδικτύου και ως προς την επικοινωνία είναι το νούμερο ένα εργαλείο, ειδικά στις νεότερες ηλικίες. Παίρνουμε όλες τις πληροφορίες από εκεί για τα πάντα και για τις τέχνες, βλέπουμε ταινίες, ακούμε μουσική και θεωρώ ότι είναι ένα μέσο προβολής της δουλειάς. Στα μέσα μαζική δικτύωσης δε, αποκτάς εν δυνάμει ένα κοινό στο οποίο μπορείς να διαφημιστείς, να πεις την άποψή σου, να προβάλλεις τη δουλειά σου και όλα αυτά με μηδαμινό κόστος. Παίζει πλέον καταλυτικό ρόλο.

Έχετε σκεφτεί ποτέ αν θα θέλατε να ασχοληθείτε -εκτός από το θέατρο- με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση;

Β. : Εμένα ο κινηματογράφος με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Η τηλεόραση δεν υπάρχει πια και δε νομίζω να ξαναγεννηθεί. Αλλά είναι χώροι που δεν τους γνωρίζω, ακόμη μαθαίνω το θέατρο.

Σ. : Εγώ θεωρώ και τα δύο μέρος της δουλειάς ενός ηθοποιού. Δεν έχει να κάνει με το μέσο. Δεν είμαι αρνητική σε τίποτα από όλα. Έχει να κάνει με το «προϊόν», αν θα μου ταιριάζει, αν μου αρέσει, αν με αγγίζει. Θα μπορούσα να αρνηθώ μια θεατρική δουλειά αν πίστευα ότι δεν μου ταιριάζει και να πω ναι σε μια δουλειά στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση που θα μου ταίριαζε περισσότερο. Δεν είμαι αρνητική.

Επειδή το Urbanzip έχει ως σημείο αναφοράς τη ζωή στην πόλη, θέλω να σας ρωτήσω, είστε από την Αθήνα; Πώς τη βιώνετε αυτήν την πόλη, την αγαπάτε; Θα θέλατε να την αλλάξετε;

Β. : Γεννήθηκα στο εξωτερικό αλλά ζω από μικρός στην Αθήνα, στα δυτικά προάστια, στο Ίλιον. Αργήσαμε να φύγουμε από τη «γειτονιά» και να ερχόμαστε στο κέντρο. Την Αθήνα αυτή τη στιγμή την αγαπάω πάρα πολύ. Αν μπορούσα να διαλέξω πού θα ήθελα να μείνω, θα επέλεγα τα Εξάρχεια ή τα Πετράλωνα. Είναι δύο γειτονιές που τις βρίσκω αρκετά γοητευτικές, δίπλα σε όλα εκείνα που κάνουν την ζωή μου ωραιότερη. Ταυτόχρονα, αυτή την εποχή, υπάρχουν στοιχεία στην πόλη που με θλίβουν: με θλίβουν οι ακροδεξιές ομάδες, με θλίβει η εγκατάλειψη που βλέπω, με θλίβουν τα στενάχωρα πρόσωπα. Αλλά υπάρχουν και κάποια πρωινά που περπατάς στους δρόμους της, βλέπεις νέους ανθρώπους να δημιουργούν, να στήνουν τις ομάδες τους, τα συγκροτήματά τους, να κάνουν θέατρο δρόμου, να κάνουν εκθέσεις, να ζουν με έναν πολύ ωραίο πραγματικό τρόπο, που με κάνει και χαμογελάω.

Σ. : Εγώ δεν είμαι Αθηναία, αλλά νιώθω έτσι γιατί είμαι εδώ από τα 18 και την αγάπησα αυτήν την πόλη, παρ’ όλη την ασχήμια της. Δεν θεωρώ ότι είναι μια ωραία πόλη, αλλά έχει γωνιές που μπορείς όντως να αγαπήσεις και να πεις «ναι, αυτήν την Αθήνα θα ήθελα να δω και στα υπόλοιπα μέρη της». Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι ο τρόπος που την αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Νομίζω ότι οι Αθηναίοι λατρεύουν να μισούν αυτήν την πόλη. Κι ενώ όλοι γκρινιάζουμε για αυτό δεν κάνουμε τίποτα προκειμένου να μην την πληγώνουμε. Πάντα θεωρούμε ότι η πόλη μας θα πρέπει να φροντίζεται από κάποιον άλλο, τον Δήμο, την πολιτεία. Ενώ μια πόλη διατηρείται από τους κατοίκους της, από το αν τη σέβονται και την αγαπάνε. Δεν είμαστε η μόνη πόλη που περνάει κρίση αλλά τώρα φαίνεται πιο έντονα αυτό το θέμα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έτσι λειτουργούσαμε και πριν. Το σίγουρο είναι ότι είναι μια πόλη που έχει όλη μέρα και όλη νύχτα ζωή· αυτό είναι που αγαπώ στην Αθήνα.  Αυτό που έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή είναι το ιστορικό κέντρο της, είναι ένα μέρος πάνω από το οποίο πρέπει να σκύψουμε όλοι. Πρέπει να γίνει ξανά τόπος συνάντησης των Αθηναίων, να έχει ζωή, να μην γκετοποιηθεί.

Β. : Η Αθήνα έχει μια ευκαιρία: για να αλλάξει και να γίνει πιο όμορφη πρέπει να αξιοποιήσει τους νέους μας γείτονες, τους μετανάστες. Και όλοι μαζί να την κάνουμε μια πολύ πιο όμορφη πόλη.

1472634_10202590919993348_713820471_o

Η παράσταση Jack and Jill ανεβαίνει στον Πολυχώρο Vault (Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός, Τηλέφωνα: 213 0356472 / 6945 993870) κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή 21:00.

Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Δημήτρης Κάτσης και Μαργαρίτα Παπαντώνη. 

Συντελεστές
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Φωτισμοί: Nίκος Καραγέωργος
Βοηθός σκηνοθέτη: Σταυρούλα Γκιόκα
Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου
Φωτογραφίες: Γιάννης Κυλπάσης
Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος
Επιμελεια κουστουμιών: Λυγερή Παπαγιαννάκη
Μουσική επένδυση: Βαγγέλης, Πιτσάκια, Γιάννηδες
Παραγωγή: “BackUp”

November without rain

Καλό μήνα!

Φτάσαμε αισίως στο Νοέμβρη, χωρίς βροχές και καταιγίδες. Κι έτσι αποφύγαμε προς το παρόν τα ευτράπελα που απευχόταν ένας φίλος στο facebook με το status του τις προάλλες: “Μεθαύριο μπαίνει ο Νοέμβρης και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα βρέξει. Όποιος ανεβάσει το November Rain, να μη σώσει να ξαναπεράσει πίστα στο Candy Crush.”. Οι μετεωρολόγοι, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι αυτό θα είναι το τελευταίο Σαββατοκύριακο που θα μπορέσουμε ίσως να κάνουμε μια βουτίτσα (οι τολμηροί, εγώ έχω να βουτήξω από τον Αύγουστο!).

Εν Αθήναις λέμε ότι η ζωή κυλάει ομαλά. Κι αφού γιορτάσαμε την 28η και το Halloween ψάχνουμε να βρούμε τι θα κάνουμε αυτό το Σαββατοκύριακο! Καθημερινά κατακλύζομαι από πληροφορίες για νέα στέκια, νέες συνταγές, πρεμιέρες παραστάσεων και ταινιών, καινούρια best sellers (ενώ δεν έχω ακόμα διαβάσει παρά ελάχιστα από τα προηγούμενα) και φρέσκιες δράσεις που συμβαίνουν στην πόλη. Σε περίπτωση που ψάχνετε να βρείτε τι να κάνετε αυτές τις μέρες, ξεχωρίζω μερικές ωραίες ιδέες από τα δρώμενα του Σαββατοκύριακου που υπέπεσαν στην αντίληψή μου και τις μοιράζομαι μαζί σας.

Αύριο στις 20:30 μ.μ. στην Πλατεία Ομονοίας οι Atenistas συναντούν την ομάδα χορού swing Athens Lindy Hop για ένα ξέφρενο χορευτικό πάρτυ. Ιδού μια γεύση από φιγούρες swing των Lindy Hop Cats της Βαρκελώνης σε βίντεο κλιπ του Γιώργη Χριστοδούλου.

Σήμερα και αύριο λαμβάνει χώρα μια ιδιαίτερη μουσική εκδήλωση, η «Ελληνική Ραψωδία» με την Ιταλική Οrchestra di mandolini e chitarre “Citta di Brescia” και την Αθηναϊκή Μαντολινάτα «Ν. Λάβδας» (Σόλο Μαντολίνο: Ugo Orlandi & Γιώργος Γουμενάκης / Μουσική διεύθυνση: Claudio Mandonico). Τη μουσική αυτή συναυλία μπορείτε να παρακολουθήσετε σήμερα και αύριο στις 20:30 στο ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά (ένα κίνητρο παραπάνω) και στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός, αντίστοιχα.

Μια παράσταση αφιερωμένη στην πόλη της Αθήνας δεν θα μπορούσε παρά να είναι η θεατρική πρόταση που ξεχωρίζει αυτό το τριήμερο. Ο εξαιρετικός στη δουλειά του Ακύλλας Καραζήσης σκηνοθετεί την παράσταση “Ακυβέρνητη Πολιτεία/ Σκίτσα της Αθήνας” στο Θέατρο Βασιλάκου:

“Δέκα Αθηναίοι πολίτες, τρεις ηθοποιοί, μια πρώην ξεναγός, ένας φοιτητής θεατρικής σχολής, ένας αρχιτέκτονας, μια μαθήτρια, ένα γκαρσόνι, μια δασκάλα θεάτρου και μια δασκάλα ινδικού χορού εικονογραφούν με την παρουσία τους τον παρόντα χρόνο της πόλης. Μέσα από τα ημερολόγια του Σεφέρη, κείμενα του Βαλτινού, φράσεις του Βακαλόπουλου, περιγραφές του Χάκκα, ποιήματα του Σίμου του Υπαρξιστή, στίχους του Πουλικάκου και άλλες αναφορές στην Αθήνα συντίθεται ένα παζλ της ζωής στην πόλη τα τελευταία 40 χρόνια, ντυμένο με τη μουσική του Λόλεκ”. (Παίζουν: Μιχάλης Αθανασιάδης, Έλενα Γιατρά, Σοφία Ιωάννου, Ακύλλας Καραζήσης, Κατσής Γιώργος, Άρης Λάσκος, Μάνια Μαράτου, Μαρία Πανουργιά, Μαριλένα Ρασιδάκη)

Τέλος, από σήμερα και μέχρι τις 20 Νοεμβρίου, ελπίζω ότι θα βρούμε λίγο χρόνο να περάσουμε από το παζάρι βιβλίου στην Πλατεία Κοτζιά.

Να περάσετε όμορφα ό,τι κι αν κάνετε και να μας στείλετε feedback στη σελίδα μας.

Καλό Σαββατοκύριακο! 😉

Lycabettus view

Άποψη της Αθήνας από τον ηλιόλουστο Λυκαβηττό.

 

Athens International Film Festival Premiere..

Hi everyone!

Yesterday I attended the opening ceremony of the 19th Athens International Film Festival, with the optimistic film Frances Ha of Noah Baumpach  in the Pallas theater. The artistic director of the Festival, Orestes Andreadakis, called it a “celebration of culture” that this year will include 206 new films, 93 of which are new Greek productions. The festival will last until September 29 in theaters Danaos 1 & 2, Odeon Opera 1 & 2, Ideal and Greek Film Archive.

After the screening there was a party at Pasaji, at the City Link gallery.

IMG_7775

IMG_7767

IMG_7771

IMG_7776

IMG_7770

IMG_7773

IMG_7777

IMG_7772

IMG_7774

photos © chrysoula papagianni

Tourist in my city..

IMG_5855

Good morning people!

There are places in our cities that we visit only if we pretend to be a tourist. Things and places we take for granted and never visit, of course! Speaking for myself (although I’m sure this represents many of you), I don’t remember when was the last time I visited the Acropolis of Athens; what is for sure is that it was a reaaaaaalyyyyyy long time ago. On the other hand, there’s the new Museum of Acropolis, which I visit almost every time I come back from Florence! So yesterday with the pretext of Enrico visiting from Italy, we combined the ancient with the modern and became tourists ourselves within our own city.

The tour started from the museum with a stop at it’s unique terrace for coffee overlooking the Acropolis hill. Then, on our way up to the hill from the south side, we passed by the ancient theater of Dionysus and the Odeon of Herodes Atticus and finally arrived at the Propylaea, the entrance to the Acropolis.

There are so many things to say about these places so I’m going to post more photos and details very soon!

IMG_6002

Acropolis museum and Theatre of Dionysus seen from Acropolis

IMG_5805

Acropolis museum – Outdoor reflections

IMG_5660

Acropolis museum – Interior

IMG_5599

Acropolis museum – Caryatid

IMG_5750

Acropolis museum -Terrace

IMG_5826

Theatre of Dionysus

IMG_5862

Odeon of Herodes Atticus

IMG_5874

Temple of Athena Nike

IMG_5891

Erechtheion

IMG_6001

Parthenon

IMG_6047

Propylaea

Thanks to N for the photo of me below!

IMG_5983

photos © chrysoula papagianni

Two weeks left

Καλημέρα! Να λοιπόν που βρισκόμαστε ήδη στα μέσα του Μαΐου. Πότε ήρθε, πότε ξεχυθήκαμε στις θάλασσες, πότε χωνέψαμε τις πασχαλινές κραιπάλες, κανείς δεν το κατάλαβε. Δύο εβδομάδες έμειναν μέχρι να μπει επισήμως το καλοκαίρι. Είμαστε εδώ, στην Αθήνα, με τριάντα σχεδόν βαθμούς Κελσίου, να προσπαθούμε να “μαζέψουμε” τα μυαλά μας. Η πόλη, που δεν ησυχάζει ποτέ, ξαναγέμισε κόσμο μετά τις διακοπές του Πάσχα, γέμισαν οι παραλίες και οι πεζόδρομοι.

Όπως πάντα, αυτές τις μέρες συμβαίνουν πολύ ωραία πράγματα και σκέφτηκα να φτιάξω ένα ποστ για να τα μοιραστώ μαζί σας. 😉

Έχουμε και λέμε! Η θεατρική ομάδα Abovo, (όπου Abovo βλέπε σπαρταριστή κωμωδία),  διοργανώνει από το 2008 το Bob Theatre Festival. Το Bob Theatre Festival είναι φεστιβάλ νεανικού θεάτρου, με πρεμιέρες, μετακλήσεις από το εξωτερικό, stand-up comedy, αυτοσχεδιασμούς, το διαγωνισμό Scratch Night, με έπαθλο 1.000€, και τις καλύτερες νεανικές παραστάσεις της χρονιάς. Όλα αυτά συμβαίνουν από χθες στο Bios με γενική είσοδο 9 ευρώ. Το φεστιβάλ θα διαρκέσει μέχρι τις 19 Μαΐου και θα βρείτε το πρόγραμμα εδώ.

“Βάλε το θέατρο στη ζωή σου, αλλιώς θα έρθει μόνο του!”

Σήμερα το βράδυ αν σας βγάλει ο δρόμος σας από το κέντρο, περάστε μια βόλτα από το Nueva Trova να πιείτε ένα ποτό. Θα πετύχετε ένα πολύ ωραίο live και θα ακούσετε τραγούδια όπως το Mr Brightside, το Hard Day’s Night, το Pretty Woman, το Σκουφά και Σίνα, το Σαν να μην πέρασε μια μέρα, το Στον παράδεισο και άλλα πολλά! Ο Λεωνίδας Μαράντης και οι Spotlights είναι κεφάτοι, εξαιρετικά ταλαντούχοι και σφύζουν από ενέργεια. Εμείς την προηγούμενη εβδομάδα χορέψαμε μέχρι τελικής πτώσης!

Το πρώτο video clip του δίσκου “Λονδίνο-Αθήνα” του Λεωνίδα Μαράντη, που φτιάχτηκε με πολύ μεράκι και φαντασία.

Μου τράβηξε επίσης το ενδιαφέρον η συζήτηση που θα γίνει σήμερα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με θέμα την πολεοδομική ιστορία της Αθήνας. Δύσκολο θέμα και “πικρή ιστορία”, θα έλεγε κανείς. Μπορούμε να την παρακολουθήσουμε και σε live streaming ή μετά το πέρας αυτής σε video http://www.sgt.gr/gr/programme/event/1004.

Να περάσετε όμορφα και να έχετε μια γεμάτη εβδομάδα. 🙂

 

406585_10151939671665316_1315321174_n

Σήμερα θα ανακοινωθεί το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Αυτή είναι μια φώτο-ανάμνηση από το περσινό φεστιβάλ (Παραλία Νέας Επιδαύρου-μυστική γωνιά Ισιδώρας).

 

Happy birthday to you @ Pinocchio

538317_10151351342654961_991079410_n

Η Κατερίνα, η Μένη και η Αλέκα είναι φίλες από το σχολείο. Φέτος κλείνουν τα τριάντα. Τρεις τελείως διαφορετικές γυναίκες, χωρίς κανένα κοινό εκ πρώτης όψεως. Πώς άντεξε η φιλία τους μέχρι σήμερα; Θα αντέξει τις ανατροπές της ζωής; Τρία γενέθλια, τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες, τρεις γυναίκες σαν κι εμάς.

Βλέποντας την παράσταση ψάχναμε να βρούμε με ποια ταυτιζόμαστε περισσότερο. Λίγο-πολύ με όλες τελικά. Κάποιες πιο πολύ με την Κατερίνα, την εργασιομανή καριερίστα, που έχει βάλει την ερωτική της ζωή σε δεύτερη μοίρα γιατί είναι πολύ εκλεκτική (ή όχι;), κάποιες άλλες με τη Μένη, την τσαχπίνα, σέξι και εσκεμμένα (;) αφελή ηθοποιό, που θέλει να ζει ανέμελα και χωρίς πολλές ευθύνες (για πόσο;) και κάποιες άλλες με την Αλέκα, που το όνειρό της ήταν να κάνει οικογένεια με το μόνο άντρα που αγάπησε και να γίνει μάνα (είναι όμως αυτό αρκετό;). Κάποια πάλι ταυτίστηκε με τον σερβιτόρο που έλεγε τις πιο “άκυρες” και καυστικές ατάκες!

cake

Όλες έχουμε μια φίλη σαν τη Μένη, την Κατερίνα ή την Αλέκα. Και η απορία παραμένει. Μπορεί μια φιλία να αντέξει τόσες διαφορές; Μπορεί ένας άντρας να είναι το μόνο ζητούμενο; Μπορεί μια καριέρα να καλύψει όλες μας τις ανάγκες; Μπορεί η ευτυχία να έρθει εκεί που δεν το περιμένουμε; Υπάρχει τελικά ζωή μετά τα τριάντα;!

Μέσα από αυτήν την ξεκαρδιστική και συγκινητική, ταυτόχρονα, κωμωδία ξεπηδάνε όλα αυτά τα ερωτήματα που τριβελίζουν το μυαλό μας. Η απάντηση για μένα είναι μία: άμα έχεις καλούς φίλους όλα μπορείς να τα αντέξεις, ακόμα και τα τριάντα! Εις υγείαν των φίλων μας, λοιπόν, που είναι οι πιο σημαντικοί και ας  (ή -μάλλον- επειδή) είναι τόσο διαφορετικοί!

Από τις 5 Μαρτίου και κάθε Τρίτη στο Pinocchio, Ιπποκράτους 56, ώρα 9:30, είσοδος ελεύθερη!

Παίζουν: Μαρία Δασκαλάκη, Κατερίνα Μπαλτατζή, Ισιδώρα Μπουζιούρη,
Γιώργος Καραχρήστος. Το κείμενο είναι το Δημήτρη Χαλιώτη και τη σκηνοθεσία έχει κάνει η ευρηματική Ζωή Ξανθοπούλου.

A performance about the pursuit of happiness

Γιοι και κόρες, μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας

Μπορείτε να σκεφτείτε την ιστορία που στιγμάτισε τη ζωή σας; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ποιες ιστορίες κουβαλάνε οι άνθρωποι γύρω μας; Πότε ερωτεύτηκε για πρώτη φορά η γιαγιά σας, πώς έζησε, ποια ήταν μέχρι να γίνει γιαγιά, μαμά, κλπ;

“Μπαίνω ξανά στο σαλόνι, πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρά της και ανοίγω την ντουλάπα. Αδιακρισίες. Αδειάζω όλα τα ρούχα πάνω στο κρεβάτι και αρχίζω να επεξεργάζομαι το μαύρο πλεκτό σάλι με χρυσή κλωστή περασμένη κομψά. Το θυμάμαι φορεμένο σε γιορτές να συμπληρώνει το σετ παλτό-πουκάμισο-φούστα-μαντίλι, όλα μαύρα. Τι άλλο. […] Τις επόμενες μέρες ξαναπήγα στο σπίτι της. Και βρήκα μια παλιά φωτογραφία από μια γιορτή στα Ανάκτορα…Εκείνη νέα, με τουαλέτα, γόβα, μαλλί χτενισμένο, κοσμήματα και το ίδιο σάλι…φορεμένω αλλιώς. Μαζί με τη φωτογραφία…και ερωτικά γράμματα από τον άντρα της. Και δικαιολόγησα τη φράση της “ο άνθρωπός μου” όταν μιλούσε γι’ αυτόν. Την τελευταία μέρα, πριν ξεκινήσει η αποκαθήλωση των κάδρων από τους τοίχους, συνειδητοποίησα ότι το σπίτι ήταν ένα κλασικό σπίτι γιαγιάς. Ούτε ποτέ το είχα δει με αυτό τον τρόπο ούτε την ίδια την είχα ποτέ φανταστεί αλλιώς…εκτός από γιαγιά.”

bios

Αυτό επιχείρησαν οι συντελεστές της παράστασης “Γιοι και κόρες” που ανεβαίνει (ξανά) για λίγες μόνο παραστάσεις στο Bios. Το ερώτημα σχετικά με την ιστορία που στιγμάτισε τη ζωή τους τεθηκε από τους συντελεστές της παράστασης σε ηλικιωμένους από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Από τις ιστορίες που συγκεντρώθηκαν, επιλέχτηκαν εκείνες που διαδραματίστηκαν παράλληλα με γνωστά ιστορικά γεγονότα και διέτρεξαν την ελληνική ζωή των τελευταίων εκατό χρόνων.

Νοσταλγικές ιστορίες ανθρώπων που έζησαν τελείως διαφορετικά από εμάς σήμερα. Ερωτεύονταν με μια ματιά μέσα σε ένα καταφύγιο, γεννούσαν εν μέσω πολέμων και βομβαρδισμών, στιγματίζονταν από τον πρώτο τους έρωτα. Ή ψάχνουν ακόμη να τον βρουν.

“Ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκει την αγάπη που του αξίζει, όχι αυτή που του έτυχε. Και πώς βρίσκουμε αγάπη που μας αξίζει; Εμ;… Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, ακόμη και σε αυτή την ηλικία ψάχνω  έναν άνθρωπο που θα με ερωτευθεί πραγματικά. Και ας το θεωρώ ουτοπία στα εβδομήντα δύο μου. Αλλά να με ερωτευθεί πραγματικά! […] Γιατί αφήνουμε την αγάπη να χάνει χρόνια;”

Πάντα αναρωτιέμαι πώς οι προηγούμενες γενιές ερωτεύονταν έτσι αστραπιαία, παντρεύονταν μέσα σ’ ένα μήνα, σ’ ένα εξάμηνο και κάνανε παιδιά αμέσως… Τα κάνανε όλα τόσο γρήγορα γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή, γιατί ήταν πιο αυθόρμητοι ή γιατί δεν είχαν τόσα ερεθίσματα όσο εμείς σήμερα; Ήταν από ανάγκη ή από επιλογή;

Φαντάζομαι ισχύουν και οι δύο εκδοχές. Είναι καλό, ωστόσο, πού και πού να σκεφτόμαστε ότι αφού τα κατάφεραν αυτοί κάτω από τέτοιες συνθήκες, ίσως μπορούμε να τα καταφέρουμε κι εμείς.

sons and daughters

Τα αποσπάσματα μέσα σε εισαγωγικά είναι από το βιβλίο του Γιάννη Καλαβριανού, σκηνοθέτη της παράστασης, “Γιοι και κόρες, μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας” (Εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη). Στην παράσταση παίζουν οι Άννα Ελεφάντη, Μαρία Κοσκινά, Αλεξία Μπεζίκη, Κωνσταντίνος Ντέλλας και Γιώργος Παπαπαύλου.

%d bloggers like this: