Site specific Valentine’s..

Goodmorning Valentines!!

How did you spend the world’s most commercial holiday..? Well, I have to admit that i’m not the kind that embraces the traditional Valentine’s day, but it’s a day that brings out mixed and different emotions for each of us.

IMG_9500

I spent it with Nikos and Donatello and we’ve been to Onassis cultural centre and Candy Chang’s installation School of the Future, the first of her three site-specific installations in Athens.

The classroom reinterpreted without teachers, books or pupils. Visitors find themselves in a space with a school desk at one end surrounded by thousands of big, red balloons. They are invited to write down a lesson life has taught them in a notebook on the desk. In so doing, the visitors become teachers and students at one and the same time: by taking part in a school of collective experience in which the shared encyclopaedia of knowledge consists of the lessons of their individual lives, they can teach but they can also learn.

IMG_3777_

IMG_3778_

IMG_3790_

IMG_3783_

IMG_3793_

After all the fun we sat down and shared our thoughts in the collective notebook answering it’s 2 questions :

  • What do you think is important to teach our children?
  • What do you wish you learned while you were in school?

What do you think..?

IMG_3811_

❤️❤️❤️ #CandyChang #SchoolOfTheFuture

A post shared by Chrysoula Papagianni (@chrys_pa) on

Inside Onassis cultural centre..

IMG_3813_

Celebrating Valentine’s..

IMG_9493

IMG_3822_S

Missing Florence and my International Hairdresser..

photos © chrysoula papagianni

Advertisements

NORD-OST, μέρες που ξεχάστηκαν

Η παράσταση “ΝORD-OST μέρες που ξεχάστηκαν” είναι μια από τις καλύτερες παραστάσεις που παρακολουθήσαμε, κατά την φετινή θεατρική σεζόν. Προκειται για ένα έργο σύγχρονο, δυνατό, πολιτικό, το οποίο ο Βαγγέλης Λάσκαρης επέλεξε να ανεβάσει μέσα από μια ροκ, κινηματογραφική ματιά. Η μουσική επένδυση της παράστασης τής προσδίδει συγκεκριμένο χαρακτήρα, δεν λειτουργεί ως απλή υπόκρουση. Η Μαρία Σαρέλη, η Μαρία Καλυβά και η Σταυρούλα Γκιόκα ενσαρκώνουν τρεις διαφορετικές γυναίκες που πήραν μέρος στην ομηρία που έλαβε χώρα στο θέατρο της Μόσχας το 2002. Κάθε γυναίκα αφηγείται την ιστορία από την δική της σκοπιά, μέχρι η ιστορία τους να γίνει ένα.

Μετά την παράσταση “στριμώξαμε” στο φουαγιέ του Vault τις τρεις πρωταγωνίστριες και -ευτυχώς- είχαν να μας πουν πολλά! Να σημειωθεί ότι τις μισές ερωτήσεις τις έκανε για λογαριασμό του urbanzip η εκκολαπτόμενη δημοσιογράφος και φίλη Μαρία Νταλαούτη!

Nordost 01 Από αριστερά: η Μαρία Σαρέλη, η Μαρία Καλυβά και η Σταυρούλα Γκιόκα. Τι πραγματεύεται το έργο; Αλήθεια, πώς το επιλέξατε;

Σταυρούλα Γ.: Η παράσταση μας πραγματεύεται ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 2002. Σε ένα κεντρικό θέατρο της Μόσχας, όπου εκείνη την ώρα παιζόταν η παράσταση του μιούζικαλ Nordost, εισέβαλαν 42 Τσετσένοι αυτονομιστές και κράτησαν τους θεατές ως ομήρους περίπου για τρείς ημέρες. Οι Τσετσένοι είχαν ως κύριο αίτημά τους την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την περιοχή της Τσετσενίας. Στην επιχείρηση συμμετείχαν και γυναίκες που είχαν χάσει τους άντρες τους και άλλους συγγενείς τους στον πόλεμο με την Ρωσία και μπήκαν στο θέατρο ζωσμένες με εκρηκτικά, οι επονομαζόμενες και μαύρες χήρες. Η επιλογή του έργου έγινε από τον σκηνοθέτη μας, τον Βαγγέλη Λάσκαρη.

Μαρία Σ.: Η παράσταση αφορά την 57ωρη ομηρία 850 ανθρώπων, σε ένα θέατρο στη Μόσχα από Τσετσένους αυτονομιστές, που έχουν ως αίτημα να σταματήσει ο πόλεμος στην Τσετσενία. Πρόκειται για τις μαρτυρίες τριών γυναικων, που έζησαν λεπτό προς λεπτό το γεγονός αυτό, η καθεμιά από διαφορετική σκοπιά. Το έργο δεν το επέλεξα εγώ, εκείνο με επέλεξε κατά κάποιον τρόπο… Τον Ιούνιο που μας περασε με πηρε τηλέφωνο ο σκηνοθέτης της παράστασης, ο Βαγγέλης, με τον οποίο γνωρίστηκα στη Δραματική και μου είπε οτι έχει να μου προτείνει κάτι. Λοιπόν, βρεθήκαμε από κοντά και νομίζω ότι από εκείνη τη στιγμή όλα είχαν δέσει από μόνα τους.

Μαρία Κ.: Το έργο πραγματεύεται μία από τις πιο μεγάλες τρομοκρατικές επιθέσεις, την επίθεση Τσετσένων αυτονομιστών το 2002 σε θέατρο στη Μόσχα με 850 ομήρους. Πραγματεύεται αυτόν τον χυδαίο πόλεμο ανάμεσα σε δύση και ανατολή, που στο όνομα των οικονομικών συμφερόντων και στο όνομα της θρησκείας χάνουν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι, όπως επίσης όχι ΜΟΝΟ την συγκεκριμένη τρομοκρατική επίθεση αλλά όλες αυτές που έχουν ήδη γίνει ή μπορεί να γίνουν δίπλα σου ή ακόμη χειρότερα εκεί ακριβώς που στέκεσαι. Όπως είπαμε το επέλεξε ο σκηνοθέτης μας ο Βαγγέλης Λάσκαρης, ο οποίος μου έκανε την πρόταση. Το έργο αυτό με συγκλόνισε, με ¨ξύπνησε¨, ο ρόλος της μαύρης χήρας απ’ την άλλη ήταν τόσο δελεαστικός και προκλητικός, που δεν είχα παρά να δεχτώ.

Τι κοινό έχουν οι ηρωίδες μεταξύ τους; Πιστεύετε ότι μπορεί να ταυτιστεί ο θεατής; Εσείς ταυτίζεστε με την ηρωίδα που υποδύεστε;

Σταυρούλα Γ.: Το περιστατικό το αφηγούνται τρείς γυναίκες. Μια Τσετσένα μαύρη χήρα, μία Ρωσίδα θεατής, η οποία βρισκόταν στο θέατρο με τον άντρα της και το παιδί της, και μία Λετονή γιατρός που μπήκε στο θέατρο για να προσφέρει ιατρική περίθαλψη στους ομήρους ενώ ανάμεσα τους, βρισκόντουσαν η κόρη και η μητέρα της. Όσοι δουν την παράσταση θεωρώ ότι δεν θα ταυτιστούν με καμμιά από τις ηρωίδες. Φωτίζονται τα γεγονότα και από τις τρείς πλευρές και ο θεατής έχει την ελευθερία να σκεφτεί και να κάνει τις συνδέσεις του με ανάλογα γεγονότα που συμβαίνουν όλο και πιο συχνά στις μέρες μας. Θέλω να πω πως η παράσταση δεν έχει τη λογική οι καλοί και οι κακοί, οι θύτες και τα θύματα. Η παρουσίαση δεν είναι μονοδιάστατη.

Εγώ κρατάω το ρόλο της γιατρού. Η λέξη ταύτιση είναι λίγο επικίνδυνη όχι μόνο για έναν ηθοποιό αλλά και για οποιονδήποτε. Παραπέμπει σε ψυχοπαθολογικά περιστατικά. Ασφαλώς και τον έχω αγαπήσει τον ρόλο μου και μπήκα στην διαδικασία των προβών να τον κατανοήσω και να προσπαθήσω να καταλάβω τον τρόπο που χειρίστηκε αυτήν την πολύ δύσκολη κατάσταση.

Μαρία Σ.: Το κυριότερο είναι πως είναι γυναίκες και ότι και οι τρεις βρίσκονται αντιμέτωπες με την ομηρία, ανεξαρτήτως του τι θέση έχει η καθεμία στην ιστορία και πώς θα εξελιχθεί εκείνη μέσα στον χρόνο. Ακόμα περισσότερα κοινά βέβαια δείχνει να έχουν μετά από αυτές τις 57 ώρες. Ο θεατής σίγουρα μπορεί να ταυτιστεί και το έργο να τον αγγίξει και να τον βάλει σε σκέψη, γιατί χρονικά και μόνο είναι ένα τόσο κοντινό μας γεγονός που δεν μπορεί κάποιος που θα δει την παράσταση να το προσπεράσει έτσι απλά χωρίς να τον επηρεάσει.

Στην παράσταση υποδύομαι την Όλγα, μια όμηρο που πήγε με την κόρη και τον άντρα της να δουν το “Nord-ost”. Νομίζω οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ταυτιστει με αυτόν τον ρολο, για τον λόγο ότι ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να βρίσκεται σε αυτήν την θέση. Επομένως, ναι, ταυτίζομαι με την Όλγα, η οποία φοβάται για τη ζωή της, τη ζωή των αγαπημένων της και η οποία το μόνο που ήθελε ήταν να δει μια παράσταση και δε φανταζόταν ποτέ πως κάτι τέτοιο θα συνέβαινε σε εκείνη. Γιατί όλοι αυτό κάνουμε, κατακλυζόμαστε από τέτοιου είδους ειδήσεις αλλά νομίζουμε πως όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με μας, πως είναι πολύ μακρινά, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Όλα αυτά ειναι δίπλα μας, μας αφορούν και δεν πρέπει να τα προσπερνάμε.

Μαρία Κ.: Τρείς διαφορετικές ιστορίες ενώνονται μεταξύ τους και αυτό που τις ενώνει είναι το θέατρο και η τρομοκρατική επίθεση. Δείτε το λίγο κινηματογραφικά. Από την άλλη τώρα, είναι και οι τρείς χήρες και η κάθε μια κουβαλά το δικό της σταυρό τη δική της οικογενειακή τραγωδία. Ο θεατής τώρα θα μπορούσε να ταυτιστεί με την όμηρο αλλά ούτε το έργο καθεαυτό ούτε η σκηνοθεσία οδηγούν στην ταύτιση του θεατή με κανένα ρόλο. Το ζητούμενο είναι ο θεατής να δει με κριτική ματιά τα γεγονότα και να σκεφτεί. Όχι, προσωπικά δεν ταυτίζομαι με την ηρωίδα μου, όμως την κατανοώ και προσπαθώ να πω την ιστορία της όσο καλύτερα μπορώ.

Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε για να προσεγγίσετε τον ρόλο σας;

Σταυρούλα Γ.: Και μόνο η γνώση ότι το έργο δεν είναι μυθοπλασία και η γυναίκα που ενσαρκώνω είναι αληθινό πρόσωπο μου προσθέτει πρόσθετο άγχος αλλά και μεγάλη ευθύνη για τον τρόπο που θα παρουσιαστεί και θα μιλήσει μέσω εμού ο άνθρωπος αυτός. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, διαβάσαμε πολλά άρθρα και συνεντέυξεις σχετικές με το γεγονός, είδαμε βίντεο και πλάνα από το θέατρο κατά τη διαρκεία της εισβολής αλλά και ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν μετέπειτα με ανθρώπους που έζησαν από κοντά εκείνες τις ώρες.

Μαρία Σ.: Δεν αντιμετώπισα κάποια ιδιαίτερη δυσκολία, δηλαδή και να ήθελα, δεν θα μπορούσα γιατί ο Βαγγέλης μας είχε “από κοντά”. Η αλήθεια είναι -πέρα από την πλάκα- ότι πριν προσεγγίσουμε η καθεμία τον ρόλο της ξεχωριστά, δουλέψαμε ομαδικά πάνω από το κείμενο και αυτό με βοήθησε πολύ και ως προς το να καταλάβω τον χαρακτήρα που υποδύομαι αλλά και το έργο και το τι θέλει να πει.

Μαρία Κ.: Έπρεπε να γνωρίσω και να κατανοήσω έναν τελείως διαφορετικό πολιτισμό με άλλη κουλτούρα, θρησκεία, συνήθειες, τρόπο ζωής και σκέψης. Πιστεύω πως η υπομονή και η δύναμη αυτών των γυναικών είναι τρομακτική.

Πόσο δύσκολο ήταν να ανεβάσετε ένα έργο, σχεδόν «ντοκιμαντερικό», που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πρόσφατο παρελθόν;

Μαρία Σ.: Για εμένα αυτό νομίζω ότι ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα, το ότι αναφέρεται το έργο σε πραγματικά γεγονότα, σε ανθρώπους που όντως έχουν ζήσει και έχουν περάσει αυτές τις στιγμές. Γι’ αυτό το λόγο δεν θέλουμε να γίνουμε αυτοί οι άνθρωποι -γιατί πολύ απλά ποτέ δεν θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε τα ίδια τα συναισθήματα τους, τον φόβο τους, την ένταση και την πίεση στην οποία βρέθηκαν. Δεν θα μπορούσα να νιώσω ότι ένιωσε η «Όλγα» τότε, γιατί δεν το βίωσα η ίδια, γιατί δεν ήμουν στην θέση της. Αυτό που θέλουμε είναι να μεταφέρουμε όσο το δυνατόν καλύτερα μέσω της αφήγησης στον θεατή τα γεγονότα ως έχουν, μέσα απο τα βιώματα των χαρακτήρων και να του δώσουμε τροφή για σκέψη· πως όλα αυτά συμβαίνουν και τον αφορούν.

Μαρία Κ.: Δεν ξέρω αν ήταν δύσκολο ή εύκολο ξέρω ότι δουλέψαμε αρκετά για να πετύχουμε, χωρίς πολλά γύρω-γύρω, την ουσία αυτής της ιστορίας, το ρυθμό και την έντασή της. Την αφουγκραστήκαμε, την ακολουθήσαμε. Διαβάσαμε  αρκετά και είδαμε πολλά. Σίγουρα δεν μπορείς να παρεκκλίνεις, πρέπει να είσαι συνεπής με την ιστορία και προπαντός να τη σέβεσαι.

Οι τρεις γυναίκες του έργου αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πτυχές της ίδιας ιστορίας. Πιστεύετε ότι υπάρχουν όντως «διαφορετικές πτυχές» σε τέτοιου είδους γεγονότα;

Σταυρούλα Γ.: Σε τέτοια γεγονότα συνήθως ως πολίτες βλέποντας τα από την τηλέοραση και από τον τρόπο που παρουσιάζονται μένουμε στο “αχ, οι καημένοι, τι έπαθαν” ή “πόσο κρίμα είναι” κτλ. Εστιάζουμε λοιπόν στον πόνο του εμφανούς θύματος. Μέσα από τις αφηγήσεις των τριών γυναικών μπορούμε να δούμε τα αίτια που οδηγούν σε τέτοιες πράξεις και πόσο εύκολα το θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη όταν πλέον δεν έχει τίποτα να χάσει. Στις μέρες μας ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι σε έξαρση και ένα μικρό -ευτυχώς- κομμάτι του Αραβικού κόσμου βλεπει με μίσος τον Δυτικό. Για να αλλάξει αυτό μήπως σαν πολίτες θα έπρεπε να σκεφτούμε τι έχουν προκαλέσει οι πολιτικές της Δύσης στους λαούς αυτούς;

Μαρία Σ.: Είναι 3 τελείως διαφορετικές γυναίκες, άρα, ναι, έχουμε διαφορετικές πτυχές σε τέτοιου είδους γεγονότα και σε κάθε γεγονός γιατί ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί ξεχωριστά από τον άλλον σε ό,τι του συμβαίνει. Αυτό εξαρτάται από το ό,τι και οι τρεις έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα, έχουν μεγαλώσει διαφορετικά και πιστεύουν σε άλλα πράγματα, οπότε η κάθε μια φαινομενικά δεν θα βρισκόταν ποτέ στην θέση της άλλης. Από την άλλη, όμως, συναισθηματικά όλες τους σχεδόν ταυτίζονται μεταξύ τους γιατί νιώθουν φόβο, αγωνία και δεν ξέρουν τι θα γίνει το επόμενο δευτερόλεπτο, επειδή και οι τρεις είναι πιόνια αυτού του παιχνιδιού. Αν βγάλουμε όμως έξω και τα συναίσθηματα και μιλήσουμε για θύτη και θύμα, στην ουσία στο έργο βλέπουμε πως οι Τσετσένοι είναι οι θύτες και οι Ρώσοι τα θύματα, αλλά για ποιο λόγο έχουν φτάσει στο σημείο αυτόι, να είναι δηλαδή οι Τσετσένοι-θύτες και οι Ρώσοι-θύματα; Μήπως πρωτύτερα οι δυο αυτοί όροι λειτουργούσαν αντίστροφα;

Μαρία Κ.: Όταν ο άνθρωπος παίρνει μια απόσταση από τα γεγονότα μπορεί να τα δει πιο καθαρά, μπορεί να κρίνει ορθότερα.  Όταν είναι μέσα σε αυτά, πιο πολύ αισθάνεται παρά σκέφτεται λογικά.  Γι’ αυτό το λόγο δεν ξέρω αν μια Τσετσένα που έχει χάσει όλη την οικογένειά της, αν ένας άνθρωπος που έχει ζήσει την τρομοκρατία, είτε ο ίδιος, είτε η οικογένειά του, μπορεί να δει αυτές τις πτυχές, αλλά πιστεύω πως τέτοιου είδους γεγονότα προέρχονται από κάποιες αλυσιδωτές ενέργειες. Το ένα φέρνει το άλλο, ο καθένας παλεύει για το δίκιο του, για την κυριαρχία του, για τα συμφέροντα του. Ο καθένας βλέπει τα πράγματα από άλλη οπτική. Ναι, υπάρχουν διαφορετικές πτυχές αλλά όλοι ξέρουμε το αποτέλεσμα! Νεκροί άνθρωποι και παιδιά. Εδώ τελειώνουν οι πτυχές και οι αλυσίδες και εδώ είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε και από αυτό να ξεκινήσουμε.

Θεωρείτε ότι στο Nord-ost γίνεται αναφορά, άμεση ή έμμεση, στον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία;

Σταυρούλα Γ.: Στο έργο το θηλυκό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Βλέπουμε τη γυναίκα ως σύζυγο, μάνα, εργαζόμενη, οικονομικά ανεξάρτητη αλλά και απόλυτα υποταγμένη στον άντρα και στους συγγενείς ακόμα κι όταν μείνει χήρα, μη έχοντας δικαίωματα στην εκπαίδευση και την εργασία, ακόμα και στο ίδιο της το σώμα. Θεωρείται ανίκανη να πάρει τη ζωή της στα χέρια της από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάποιο αρσενικό δίπλα της, ως προστάτης. Και το παράδοξο είναι ότι, ενώ η γυναίκα σε κάποιες κουλτούρες θεωρείται αδύναμη, παίζει τόσο σημαντικό και καθοριστικό ρόλο σε μια τρομοκρατική επίθεση, όπως αυτή του Nordost. Και δυστυχώς ακόμα στις μέρες μας η θέση της γυναίκας αλλάζει ανάλογα με το πού κοιτάς στον παγκόσμιο χάρτη.

Μαρία Σ.: Η αναφορά είναι σίγουρα άμεση γιατί και οι τρεις ρόλοι είναι γυναικείοι. Εσκεμμένα πιστεύω ο συγγραφέας έχει επιλέξει την γυναίκα ως κύριο άξονα του έργου του. Στην πραγματικότητα αυτές οι τρεις γυναίκες αποτελούν μέρος του γεγονότος, δεν ξεχωρίζουν ανάμεσα σε τόσο κόσμο, άντρες και γυναίκες αντίστοιχα. Η μαύρη χήρα εκτελεί εντολές του επικεφαλής, η όμηρος είναι μια από τους εκατοντάδες θεατές με΄σα στο θέατρο και η γιατρός περιμένει εντολές της αστυνομίας. Ο συγγραφέας όμως τις έχει φέρει στο επίκετρον για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Σπάνια οι γυναίκες έχουν τόσο κυρίαρχο ρόλο σε καταστάσει κρίσης, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγισή τους, πώς αντιμετωπίζουν την κατάσταση και πώς ανταπεξέρχονται. Μακάρι να δινόταν λίγο περισσότερη βαρύτητα στον ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, όπως και στο έργο. Γιατί το έργο μας αποδεικνύει πως μια χαρά μπορούν οι γυναίκες να ανταπεξέλθουν σε τέτοιου είδους καταστάσεις.

Μαρία Κ.: Άμεση αναφορά όχι δεν γίνεται, γίνεται προφανώς έμμεση λόγω της επιλογής από τον συγγραφέα τριών γυναικών για την εξιστόρηση των γεγονότων. Ίσως οι γυναίκες πρέπει να αγαπήσουν  τις γυναίκες για να θυμίσουν στους άντρες τι είναι η αγάπη. Ναι, έμμεσα υμνεί τη γυναίκα και την θέση της στην κοινωνία. Τη γυναίκα που συμβολίζει, την οικογένεια, τη ζεστασιά, που μπορεί να μεταμορφώνει, να στηρίζει.

Nordost 02

Πόσο επίκαιρο θεωρείται ότι είναι το έργο στην Ελλάδα και στον κόσμο του 2015; Ποια άλλα γεγονότα σας έρχονται στο μυαλό όταν παρουσιάζετε στο Vault την ιστορία του «Nord-ost»;

Σταυρούλα Γ.: Κατά τη διάρκεια των προβών, αλλά και από την πρεμιέρα μας έως σήμερα, συνέβησαν γεγονότα που μας συγκλόνισαν όπως η επίθεση στο Charlie Hebdo, η απαγωγή των γυναικών από την Μπόκο Χαράμ, η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε υγρό τάφο για χιλιάδες πρόσφυγες, η Χρυσή Αυγή ξανά στο κοινοβούλιο, παντού εικόνες ωμής βίας και ακραίου φανατισμού και μίσους για ο,τιδήποτε διαφορετικό από εμάς. Επομένως, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην παγκόσμια κοινότητα η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός και ο φασισμός οποιασδήποτε μορφής είναι στην ημερήσια ατζέντα.

Μαρία Σ.: Είναι άκρως επίκαιρο θεωρώ και όχι μόνο για την ελληνική, αλλά γενικά για όλες τις κοινωνίας. Γιατί βλέπουμε καθημερινά περιστατικά άκριτης βίας και πλέον έχουμε συνηθίσει μέσα σε όλο αυτό και μας φαίνεται παράξενο. Αλλά είναι αδιανόητο να έχουμε φτάσει εν έτει 2015 και να αφαιρείται η ζωή κάποιου τόσο απλά, χωρίς να έχει καμία σημασία. Στο μυαλό δυστυχώς μου έρχονται πάρα πολλά παρόμοια περιστατικά, η επίθεση στο Charlie Hebdo, ο βανδαλισμός του μουσείου της Μοσούλης, αλλά και κάθε περιστατικό βίας που ξεκινά από την διαφορετικότητα, το χρώμα, το φύλο, τη φυλή. Και αυτό που με στεναχωρεί είναι ότι κάθε εβδομάδα σχεδόν συμβαίνουν ολοένα και πιο πολλά τέτοιου είδους περιστατικά…

Μαρία Κ.: Αποκεφαλισμοί από τζιχαντιστές, βόμβα στο γαλλικό περιοδικό Charlie Hedbo, σφαγή 148 ανθρώπων στην πλειοψηφία τους φοιτητών σε πανεπιστήμιο της Κένυα, ο κατάλογος είναι μακρύς. Είναι λοιπόν μια επίκαιρη παράσταση που αφορά όλους μας και αν όχι θα έπρεπε! Είμαστε οι φωνές αυτών των ανθρώπων που αξίζει να ακούσουμε.

Θεωρείτε ότι μια πόλη μπορεί να ξεπεράσει το σοκ μιας τέτοιας επίθεσης;

Σταυρούλα Γ.: Η ζωή προχωράει, οι πόλεις αργά ή γρήγορα βρίσκουν τους παλιούς τους ρυθμούς. Το θέμα είναι πως τέτοιου είδους περιστατικά μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για ανοιχτό διαόλογο με την κοινωνία, για αναζήτηση των αιτιών τους και τρόπους αντιμετώπισης τους. Και μιλώντας για αντιμετώπιση δεν εννοώ παραπάνω μέτρα ασφαλειας αλλά για πολιτικές που θα εφαρμοστούν συλλογικά ώστε να μην ξαναγίνουμε μάρτυρες ανάλογων συμβάντων. 

Μαρία Σ.: Είναι βαρύ το πλήγμα μιας τέτοιας επίθεσης και μια πόλη είναι δύσκολο να ξεπεράσει το σοκ, ειδικά οι άνθρωποι που το έζησαν. Πάντα θα το σκέφτονται. Αυτό όμως, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει, είναι η πόλη να ξεχάσει κάτι τέτοιο και να το θυμάται μόνο την ημέρα που έχει οριστεί ως ημέρα πένθους. Πρέπει να αναλογίζονται οι άνθρωποι τους λόγους μια τέτοιας επίθεσης, να ζυγίζονται όλες οι πλευρές και το πώς αντιμετωπίστηκε στο τέλος η κατάσταση.

Μαρία Κ.: Σίγουρα όχι σύντομα και όχι όσο συνεχίζονται τέτοιου είδους γεγονότα. Ο φόβος είναι δυνατό συναίσθημα. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις γίνονται αναπάντεχα. Φοβάσαι να πας στη δουλειά σου, φοβάσαι να φας σε ένα εστιατόριο, ο φόβος σε ακολουθεί. Δεν το έχω ζήσει αλλά θεωρώ ότι περνώντας ο καιρός, ας μην προσδιορίσω πόσο, το σοκ θα ξεπεραστεί όχι όμως και η μνήμη του γεγονότος.

Για ποιον/-ους λόγο/-ους θα προτείνατε σε κάποιον να δει την παράσταση;

Σταυρούλα Γ.: Δεν ανεβάζουμε αυτή την παράσταση για ένα συγκεκριμένο target group. Η παράσταση αυτή μας αφορά όλους καθώς καταπιάνεται με  ένα θέμα κοινωνικοπολιτικό και επίκαιρο . Από εκεί και πέρα αν κάποιος αναζητάει ένα έργο για να γελάσει με την παρέα του προφανώς και δεν θα έρθει στο “Nord-Ost – Οι μέρες που ξεχάστηκαν”.

Μαρία Σ.: Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να θίγει ζητήματα που αφορούν την κοινωνία και απασχολούν τον άνθρωπο. Αυτή η παράσταση έχει ένα θέμα που είναι επίκαιρο και μας αφορά όλους. Και δίνει τροφή για σκέψη σε όποιον την παρακολουθήσει. Νομίζω για αυτόν τον λόγο θα πρότεινα σε κάποιον να δει την παράσταση. Γιατί έχει να του δώσει πράγματα, να δει μια κατάσταση και από τις δύο πλευρές, να βγει έστω και λίγο διαφορετικός στο τέλος του έργου. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που είμαι πολύ χαρούμενη που είμαι μέρος αυτής της παράστασης.

Μαρία Κ.: Το κείμενό του έργου είναι συγκλονιστικό, ταρακουνάει, σου δίνει αμέτρητες εικόνες, σε αφήνει να πάρεις εσύ θέση στα γεγονότα, γιατί θα πρέπει να μας αφορά όλους το θέμα της παράστασης. Για αυτούς τους λόγους και για όσους έχουμε αναφέρει ως τώρα, πρέπει να έρθει κάποιος να δει την παράσταση.

Nordost 13

Στην δική μας πόλη, την Αθήνα, ποια είναι τα αγαπημένα σας σημεία και γιατί;

Σταυρούλα Γ.: Η Αθήνα μπορεί να μην είναι μια όμορφη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Δυστυχώς την έχουμε καταστρέψει. Αρχιτεκτονικά βιάστηκε προς χάριν του κέρδους, οι ίδιοι οι πολίτες της την πληγώνουν καθημερινά καθώς δεν τη σέβονται.  Παρόλα αυτά έχει γωνιές που αξίζει κανείς να τις επισκέπτεται. Ένας περίπατος από την Διονυσίου Αρεοπαγίτου έως το Θησείο ή μια βόλτα στους Αέρηδες και τα στενά της Πλάκας, στα Άνω Πετράλωνα με τα νεοκλασικά και το Φιλοπάππου, σε κάνει να λες “ναι, αξίζει τελικά να ζω στην Αθήνα”.

Μαρία Σ.: Το κέντρο της πόλης. Αγαπώ το κέντρο της Αθήνας, ειδικά τα βράδια. Πλάκα, Μοναστηράκι, Εξάρχεια. Είναι μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, έχει πολύ ωραίο παλμό και μια ιδιαίτερη αύρα. Συγκεκριμένα, αγαπημένο μου σημείο είναι ένα μπαλκονάκι στην Πλάκα, λίγο πιο κάτω από τα βραχάκια της Ακρόπολης, που μπορώ να κάθομαι με τις ώρες. Το γιατί δεν μπορώ να το διατυπώσω με ακρίβεια, νομίζω απλά ότι εκεί έχει μια απίστευτη ηρεμια και ταυτόχρονα μια απέραντη ενέργεια που σου δίνει η θέα της φωτισμένης πόλης.

Μαρία Κ.: Η γειτονιά μου, εκεί που βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι και οι εφηβικές μου αναμνήσεις, ο ναός του Απόλλωνα στο Σούνιο για τη θέα του και το δέος που νοιώθεις, τα στενά της Πλάκας για την ομορφιά τους· γιατί το παλιό έχει την αξία του.

Τελικά, τι χρειάζεται κανείς για να αγαπήσει την πόλη στην οποία ζει;

Σταυρούλα Γ.: Για να αγαπήσει κανείς την πόλη που ζει θα πρέπει και η ίδια η πόλη να τον αγαπάει. Με λίγα λόγια μια βιώσιμη πόλη με καλά μέσα μαζικής μεταφοράς, καθαρή και φιλική προς τους πεζούς, τους ποδηλάτες, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, σημεία αναψυχής, όπως πάρκα και πλατείες όπου ο κόσμος μπορεί να κάτσει (εγκληματική η ανάπλαση της Ομόνοιας) και ασφάλεια οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ώστε να μπορεί το ιστορικό και εμπορικό κέντρο της Αθήνας να έχει ζωή 24 ώρες το 24ώρο χωρίς να αποκλείουμε δρόμους λόγω του φόβου και της υποβάθμισης.

Μαρία Σ.: Αρχικά χρειάζεται η λέξη ΑΓΑΠΗ. Μέσα σου να έχεις αγάπη για τα πράγματα, για τους ανθρώπους, για τα μέρη που συχνάζεις και που ζεις. Αν δεν αγαπάει κάποιος την πόλη στην οποία ζει, πρέπει να ψάξει να βρει λόγους για να την αγαπήσει, να την εξερευνήσει, να της “επιτρέψει” να του δείξει τα όμορφα και τα άσχημα σημεία της και να αγαπήσει και τα δύο εξίσου. Πιστεύω πως αν όλοι αγαπούσαμε την πόλη στην οποία ζούμε, θα γινόμασταν καλύτεροι και εμείς και αυτή. Άρα αξίζει να ψάξουμε να βρούμε λόγους για να την αγαπήσουμε…εκτός αν τους έχουμε βρει ήδη.

Μαρία Κ.: Να ζήσει μέσα στην πόλη του, να έχει αναμνήσεις, να δει τα άσχημα και τα καλά της, να την γυρίσει, να την παρατηρήσει, να την αποδεχτεί.

Nordost 07

Η παράσταση “NORD-OST, μέρες που ξεχάστηκαν” ανεβαίνει κάθε Σάββατο (23:30) και Κυριακή (21:30) και για λίγες ακόμα παραστάσεις (μέχρι 7/06) στον Πολυχώρο Vault στον Κεραμεικό (Μελενίκου 26).

Συντελεστές: Το έργο είναι του συγγραφέα Torsten Buchsteiner. Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης, Βοηθός σκηνοθέτη: Δήμητρα Μπίκα, Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Γεωργόπουλος, Φωτισμοί: Άννα Ρεμούνδου, Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου, Φωτογραφιές -Video: Θοδωρής Θεοδώρου, Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος, Ενδυματολόγος: Τόνια Πλατανά, Παραγωγή: Βack Up Theatre

Jack and Jill: a contemporary romance [vol. II]

1496518_368473699995532_8273731122668219134_o

Καλό μήνα σε όλους!

Χαίρομαι πολύ γιατί ξεκινάει ο Δεκέμβρης με πολύ ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά δρώμενα στα οποία συμμετέχουν φίλοι μου και ανυπομονώ να συγκινηθώ (ξανά).

Ένα από αυτά τα δρώμενα είναι η παράσταση “Jack & Jill” που ανέβηκε πέρσι με μεγάλη επιτυχία στο Vault και ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά. Θα παίζεται από σήμερα και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Life & Art Theater στον Κεραμεικό. Το έργο είναι της Jane Martin και πρόκειται για ένα σύγχρονο ρομάντζο, συγκινητικό, χιουμοριστικό, ρομαντικό, κυνικό και πολύ αληθινό, μια ιστορία αγάπης που έχουμε ζήσει ή θα ζήσουμε όλοι.

Περισσότερα μπορείτε να (ξανα)διαβάσετε στην συνέντευξη του σκηνοθέτη Βαγγέλη Λάσκαρη και της βοηθού σκηνοθέτη Σταυρούλας Γκιόκα https://urbanzip.wordpress.com/2014/02/12/jack-and-jill-a-romance-by-vangelis-laskaris/.

🙂

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης

Παίζουν: Δημήτρης Κάτσης, Μαργαρίτα Παπαντώνη

Φωτισμοί: Nίκος Καραγέωργος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Γκιόκα Σταυρούλα, Σαρέλη Μαρία

Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου

Φωτογραφιές: Γιάννης Κυλπάσης

Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος

Επιμελεια κουστουμιών: Λυγερή Παπαγιαννάκη

Μουσική επένδυση: Βαγγέλης, Πιτσάκια, Γιάννηδες

Παραγωγή: L.A. (Life ‘n’ Art) Theater

Zing Boom!

Zing boom! Αυτό το εκκωφαντικό “επιφώνημα” από μόνο του μπορεί να περιγράψει την Ισιδώρα Μπουζιούρη! Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που όταν τους γνωρίζεις, γίνεται μέσα σου μια έκρηξη συναισθημάτων. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί η ίδια έχει μια εκρηκτική προσωπικότητα και ένα εξίσου εκρηκτικό ταλέντο.

Την Ισιδώρα τη γνώρισα όταν “εξαπάτησε” τη δασκάλα μας με ένα αθώο ψέμα για να καθίσει μαζί μου στην τάξη. Τότε ήμουν πολύ μικρή για να αντιληφθώ τη σαρωτική παρουσία της στη ζωή μου. Από τότε δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να θαυμάζω την αστείρευτη ζωντάνια της, να συγκλονίζομαι κάθε φορά που την ακούω να τραγουδάει και να μαγεύομαι όταν ανεβαίνει σε μουσικές και θεατρικές σκηνές.

unnamed

Με πολλή χαρά, λοιπόν, σας προσκαλώ να την ακούσετε κι εσείς στη μουσική παράσταση “Zing Boom” όπου παρέα με τον εξαιρετικό μουσικό Τάσο Χαλκίδη, θα προκαλέσουν μια μουσική έκρηξη με εκλεκτούς καλεσμένους όπως η Björk, η Edith Piaf, ο Τσιτσάνης, η Μάνου κλπ.

“Μετά το «Μπι Άουρ Γκεστ», τη βεγγέρα που αγαπήθηκε και μας έφερε κοντά, έρχεται το παράτολμο πείραμα του “Zing Boom”. Οι κανόνες είναι απλοί: Η Ισιδώρα εκσφενδονίζει (κάνει zing) ηπειρώτικα, βραζιλιάνικα, γαλλικά, ρεμπέτικα, μπαλάντες, σουΐνγκ, λάτιν, τζαζ, χορευτικά, ακουστικά, πρωτάκουστα κι ανήκουστα κι ο Τάσος προσπαθεί να τα προσγειώσει στα μαλακά και να αποφύγει την έκρηξη (δηλαδή το boom).”

Πρώτη στάση το Laluk Cafe, Γέωργιου Ολυμπίου 15 στο Κουκάκι το Σάββατο 18 Οκτωβρίου στις 10:00 μ.μ.

Είσοδος Ελέυθερη.

unnamed2

Η Ισιδώρα Μπουζιούρη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Άκουσε πολλά παραδοσιακά τραγούδια, σποούδασε βιολί, πιάνο, θεωρητικά και τραγούδι, είναι αιωνίως τελειόφοιτη του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, αποφοίτησε όμως από την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και έφτασε μέχρι το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να προπονηθεί στο Musical Theater. θα τη συναντήσετε απ’ το να να παίζει αρχαία δράματα μεχρι να τραγουδάει στο γάμο του καλύτερού σας φίλου.

Ο Τάσος (ή Αναστάσιος) Χαλκίδης γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Γκύζη. Σάρωσε τα πτυχία και τα διπλώματα μουσικής (πιάνο, ωδική, αρμονία, αντιστιξη, φυγή,) με άριστα. Έτσι ανταποκρίνεται με θαυμαστή επιτυχία σε απαιτητικές τραγουδίστριες, avant garde μπάντες και ατίθασους μαθητές.

Ακούστε την Ισιδώρα στο soundcloud εδώ.

Parov Stelar & Band..

Hi everyone!

I know it’s been quite some time since my last post but this transitional period from Florence to Athens was really strange and busy. Long story short, I’m back to Athens, working and I finally  have the time to go out! So 2 days ago I attended an amazing concert by Parov Stelar and his band!

The live started around 9 with the greek group Papercut and continued by the french Proleter, till finally around 22.30 the Austrian musician and his band appeared on stage. A great show, old and new sounds, a Led screen full of colors and a lot of dancing! Looking forward for their next visit!

IMG_5959_Snapseed

IMG_5888_Snapseed

IMG_5909_Snapseed

IMG_5998_Snapseed

IMG_5958_Snapseed

IMG_5945_Snapseed

IMG_6105_Snapseed

IMG_5999_Snapseed

IMG_6077_Snapseed

IMG_6137_Snapseed

IMG_6157_Snapseed

photos © chrysoula papagianni

La Sagrada Familia

As you already know, this blog is a viaggio from Athens to Florence. However, this time let us make a stop to Barcelona. I know you’ll tell me there are so many worth-mentioning spots in that city, but I think I will stick to La Sagrada Familia. Maybe because that was the neighborhood I used to stay in during my visit, maybe because Ι have never seen anything equivalent of a Basilica before…in anyway I believe that it deserves a little of our time.

992903_10200750608100798_319293482_n  SAMSUNG 

Designed by the Catalan architect Antoni Gaudí, La Sagrada Familia is a Roman Catholic church in Barcelona. Its construction begun in 1882, and in 1883 Gaudí took charge of the project and transformed it thoroughly, combining Gothic with modernist (Catalan Modernism) elements. After Gaudí’s death in 1926, only the 25% of the project was complete. The construction of La Sagrada Familia advanced gradually, yet it remains incomplete. 

SAMSUNG   SAMSUNG

Entering the Basilica, I could not hide my insuperable feeling when I outfaced the imposing Christ on the Cross. The sculptures hanging all over the church indicate its sanctity in combination with the noticeable silence, despite the great number of visitors. Of course, I could not miss the tour on the towers of La Sagrada Familia, from where the view is something more than breathtaking.

SAMSUNG SAMSUNG

From where I stand, La Sagrada Familia is a must-see in someone’s lifetime, independently of whether he prefers exploring the cultural elements of a place or not.

Words cannot always describe the majesty that the eyes witness.

Last, Loneliest, Loveliest..

“Last, loneliest, loveliest…” is the title of  New Zealand’s first national exhibition at la Biennale di Venezia, taking place from 7 June – 23 November, 2014. The Creative Director is David Mitchell, a director of Mitchell & Stout Architects in Auckland, and New Zealand’s participation has been instigated by the New Zealand Institute of Architects. Tony van Raat, who is the Commissioner and head of the Department of Architecture Unitec, Auckland,  presented to us yesterday their very first entry at the biennale!

He started his speech in Maori language as a sign of respect to the Maori tribe..

g1

early exchange in the pacific: a maori bartering a crayfish with an english naval officer [ascribed to tupaia], 1769, from drawings illustrative of captain cook’s first voyage, 1768–1771. © the british library board

IMG_2018_Snapseed

Last, Loneliest, Loveliest proposes – via a century-long architectural journey that begins with the Auckland War Memorial Museum, a 1920s neo-Classical monument to New Zealand’s fallen soldiers, and ends with the pavilion-like extension to the Auckland Art Gallery (2011) and Shigeru Ban’s ‘Cardboard’ Cathedral (2013) in post-earthquake Christchurch – the survival and evolution of a Pacific architectural tradition within New Zealand.

“Anyone who travels notices that, more and more, things seem to be the same, and our country’s architecture shares in this general uniformity” says David Mitchell. However, Mitchell believes the story of modernity in New Zealand is more complicated than it appears. Despite the effects of globalisation, New Zealand’s architecture is more singular now than it was a century ago, and what sets it apart is its connection to the Pacific way of building.

“The Pacific has a great architectural tradition, although it is rarely honoured,” he says.

“That might be because it is not like European architecture, which is solid and massive and looks permanent. Pacific buildings are timber structures of posts and beams and infill panels and big roofs. It’s a lightweight architecture that’s comparatively transient.” (source)

g4

wharenui tāne whirinaki at opeke marae, 1920. photo: charles troughton clark. alexander turnbull library, wellington

IMG_2020_Snapseed

He showed us several images from this beautiful country and the islands that form their context, explaining that their neighbors are these places, with NO PEOPLE!  And then he showed us a whole series of houses that New Zealand architects built in the 1950s and 60s, all built with a light structure of big roofs and almost no walls. Of course there are glass walls, you can see how the landscape is present to the building all the time!

In New Zealand we don’t really think about making New Zealand architecture, we just want to make good architecture. Of course if you’re italian you’ll make italian architecture because that’s the new blood, you don’t have to try to be italian to make italian architecture, that’s what you are! It emerges naturaly!

We work in China a lot and what we keep saying to the chinese students is “Look at your own history, there are models for you that might help you to build a new chinese architecture in the 21st century, you don’t just have to copy from international magazines. Your own history is rich and ancient!”

g7

heke street house, auckland. 1990, designed by david mitchell and julie stout. photo: lucas k. doolan

g8

clifford-forsyth house, auckland, 1995, designed by patrick clifford of architectus. photo: patrick reynoldsg2

intérieur de la maison publique d’apia, ile opoulou. drawing by e. goupil; lithograph by p. blanchard. first published by gide, 1846.national library of australia

g12

tristan marler carving the whata-a-rangi for the new zealand pavilion. photo: arch macdonnell

IMG_2029_Snapseed

Any of us can do a drawing of anything. But then you have to turn it into a physical object that people are going to live in, makes you feel different about your drawings, you realise they have a real social purpose. And the whole purpose of architecture i think is to have a positive impact on society, we build for social reasons and architects work for social reasons. You really realise that when you get engaged with the people who are going to live in the building you’re making. When you’re talking to the client who will sleep in the bedromm that you’re drawing, that will bathe their children in the bathroom that you’re designing, that will entertain their friends in the dining room that you’re sketching up for them… And then you build it up for them! It’s a real sense of connection with ordinary people and it’s an incredible connection!

Here you can see a video from the making-of of the pavilion.

since feeling is first… (VII)

since feeling is first
who pays any attention
to the syntax of things
will never wholly kiss you;
wholly to be a fool
while Spring is in the world
my blood approves,
and kisses are a better fate
than wisdom
lady i swear by all flowers. Don’t cry
– the best gesture of my brain is less than
your eyelids’ flutter which says
we are for each other; then
laugh, leaning back in my arms
for life’s not a paragraph
And death i think is no parenthesis

E. E. Cummings

Jack and Jill: a contemporary romance

1545153_10202420880859448_556951033_n

Είναι βράδυ Δευτέρας και συναντώ τον Βαγγέλη Λάσκαρη και την Σταυρούλα Γκιόκα στο radiobubble για να μιλήσουμε για το έργο  Jack and Jill που ανεβάζουν αυτήν την περίοδο. Πειράζω τον Βαγγέλη, που σκηνοθετεί την παράσταση, ότι τα γυαλιά οράσεώς του είναι ίδια με των συναδέλφων του, Γούντι Άλεν και Μάρτιν Σκορσέζε. Η Σταυρούλα , που είναι βοηθός σκηνοθέτη, πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας στις 9 το βράδυ! Άλλωστε ακολουθει μεταμεσονύχτια πρόβα… Στην πορεία, διαπιστώνω αυτό που υποπτεύομαι εξαρχής, ότι οι συντελεστές είναι μια πολύ δεμένη παρέα, με ενθουσιασμό, φρεσκάδα και πολύ μεράκι για αυτό που κάνουν. Όταν είδα την παράσταση, διαπίστωσα ότι είναι επίσης και πολύ ταλαντούχοι. Το έργο  Jack and Jill ανεβαίνει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από 1 Φερβουαρίου στον πολυχώρο Vault.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με το θέατρο και ποιά είναι η διαδρομή σας μέχρι σήμερα;

Β. : Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στο Πάντειο Παν/μιο, έχω σπουδάσει κοινωνιολογία. Μετά έκανα ένα MBA στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Με το θέατρο ασχολιόμουν από πολύ μικρός, από τα μαθητικά χρόνια, σε σχολικές θεατρικές ομάδες. Κάποια στιγμή στο πανεπιστήμιο έφτιαξα μια δική μου θεατρική ομάδα, αλλά όλο αυτό γινόταν σαν χόμπι. Αυτή τη στιγμή είμαι δευτεροετής φοιτητής στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της Πετρούπολης, όπου σπουδάζω υποκριτική. Νωρίτερα είχα παρακολουθήσει και κάποια σεμινάρια στο Θέατρο των Αλλαγών και στο L.A. Theater. Σαν ηθοποιός, η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν πέρσι στην παράσταση του Νίκου του Καραγέωργου «Βαϊμάρη 2013». Επίσης, συμμετείχα και στην παράσταση της Βάνας Πεφάνη «Αναζητώντας τον Καβάφη», η οποία έγινε στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Πέτρας. Αυτή ουσιαστικά είναι η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά.

Σ. : Εγώ αγάπησα το θέατρο πρώτα από όλα σαν κοινό. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο είχαμε πάει με το σχολείο σε μια παράσταση και βγήκα από το θέατρο μαγεμένη. Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πολύ να κάνω αυτό που κατάφεραν αυτοί οι άνθρωποι επί σκηνής και με έκαναν εμένα να νιώσω έτσι. Θα ήθελα να μπορώ να το κάνω κι εγώ σε άλλους ανθρώπους. Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω Κοινωνιολογία στο Πάντειο Παν/μιο, είδα μια ανακοίνωση για οντισιόν για την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ι. Καμπανέλλη. Και είπα ότι θέλω να πάω να δοκιμάσω. Ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική σαν χόμπι, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτό θα ήταν το επάγγελμά μου. Όντως, λοιπόν, πήγα στην οντισιόν η οποία ήταν της θεατρικής ομάδας του Βαγγέλη (σ.σ. Λάσκαρη), με πήρε και ανεβάζαμε παραστάσεις σε όλα τα φοιτητικά χρόνια. Μετά από τη σχολή μπήκα σε μια άλλη θεατρική ομάδα με την οποία κάναμε ανεβάσαμε κάποιες ερασιτεχνικές παραστάσεις. Στη συνέχεια αποφάσισα να γραφτώ σε κάποιο εργαστήρι να παρακολουθήσω μαθήματα. Πέρασα και τις εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού και πλέον σπουδάζω στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Πετρας όπου είμαι σήμερα δευτεροετής.

Βαγγέλη τι σε ώθησε να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία;

Β. : Με ώθησε μια ώθηση. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία. Νομίζω ότι μου αρέσει να δημιουργώ κόσμους. Να λέμε ιστορίες, να μεταφέρουμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, να είμαστε οι «Μεταφορές – Ο Μπάμπης», εμείς έτσι το λέμε. Να μεταφέρουμε και να λέμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, με πρόσοχη όμως μην σπάσει τίποτα!!!

Έχεις σκεφτεί ποτέ να γράψεις;

Β. : Όχι, δεν το έχω δοκιμάσει.

Πώς επιλέξατε να ανεβάσετε αυτό το έργο;

Β. : Το έργο λέγεται Jack and Jill, είναι της Jane Martin και είναι ένα σύγχρονο ρομάντζο. Για διάφορους λόγους δεν κατάφερε να ανέβει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα. Αυτό πάντα με ιντρίγκαρε. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται ένα έργο πολύ φορτισμένο για μένα από ανθρώπους πολύ δικούς μου. Το βρήκα από τον Κώστα Μπάρα, ο οποίος ήταν να το ανεβάσει με τη Βάνα Πεφάνη. Πρόκειται για δύο ανθρώπους που έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στο ότι κάνω θέατρο σήμερα και στον τρόπο που το κάνω. Ο βασικότερος λόγος ήταν αυτός. Νομίζω ότι τα έργα τα διαλέγεις από ένστικτο. Επίσης, ζούμε και σε μια εποχή όπου υπάρχουν πράγματα που μας βάζουν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Είμαστε σε μια εποχή που υπάρχει ανάγκη να μιλήσουμε για τον έρωτα και για αυτό που μας ενώνει και μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Ακόμα κι αν πολλές στιγμές μπορεί ο έρωτας να οδηγήσει και σε άλλες καταστάσεις. Όμως όλοι ξέρουμε πως όπως και να καταλήξει μια σχέση, ο έρωτας είναι κάτι ανυπέρβλητο. Και νομίζω, ναι, πρέπει να μιλήσουμε λίγο και για αυτά που μας ενώνουν.

Μιλήστε μας λίγο για την υπόθεση. 

Β. : Το έργο λοιπόν είναι ένα ρομάντζο, ένα σύγχρονο ρομάντζο  είναι η ιστορία δύο ανθρώπων ίδιαίτερων και ταυτόχρονα συνηθισμένων. Βλέπουμε την ερωτική ιστορία του Jack και της Jill.

Σ. : Το έργο είναι η πορεία μιας σχέσης: η συνάντηση και η μετέπειτα εξέλιξή της. Νομίζω ότι μέσα από τη δική τους πορεία ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει κομμάτια του και προσωπικές του στιγμές ή να θυμηθεί πώς αντέδρασε ο ίδιος σε περιπτώσεις όπως ένας χωρισμός, τη στιγμή που ερωτευόμαστε, τα κοινά όνειρα που κάνουμε με κάποιον που νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε μαζί.

Η Jane Martin περιγράφεται ως “ύποπτη” και “αμφιλεγόμενη” περίπτωση συγγραφέα. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Β. : Η Jane Martin είναι πράγματι μια “αμφιλεγόμενη” περίπτωση. Είναι μια Αμερικανίδα συγγραφέας που έχει βραβευτεί 4 ή 5 φορές, υπήρξε υποψήφια για το βραβείο Πούλιντζερ, αλλά ποτέ δεν έχει εμφανιστεί δημόσια. Δεν υπάρχουν ούτε φωτογραφίες της. Είναι η πιο γνωστή-άγνωστη συγγραφέας!

1464195_10202590920393358_679726330_o

Στα πλαίσια της ανάπτυξης των χαρακτήρων του Jack και της Jill υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους σε επίπεδο άντρα-γυναίκας;

Β. : Σε πρώτη ανάγνωση είναι πιθανό να το σκεφτεί κανείς αυτό. Εμείς κάνοντας τουλάχιστον δύο μήνες «τραπέζι», καταλήξαμε στο ότι ζούμε σε μια κοινωνία που αναπαράγει στερεότυπα. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και ο καθένας έχει τη δική του  προσωπικότητα, άρα μάλλον είναι κάτι βαθύτερο από την σύγκρουση άνδρα-γυναίκας. Είναι σύγκρουση διαφορετικών ανθρώπων και έχει να κάνει με το ότι πολλές φορές εμμένουμε στον εαυτό μας και με το ότι πολλές φορές στις σχέσεις σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άλλον, να ψάχνουμε τον άλλον, σταματάμε να τον κοιτάμε όπως τον κοιτάξαμε την πρώτη φορά που τον ερωτευτήκαμε. Άρα στην πραγματικότητα δεν είναι θέμα άνδρα-γυναίκας. Η σύγκρουση προκύπτει επειδή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Σ. : Όλες οι σχέσεις είναι ένα παιχνίδι, συνειδητό ή ασυνείδητο, εξουσίας. Νομίζω ότι από εκεί προέρχεται η σύγκρουση. Κάνουμε προβολές στον άλλον τα δικά μας θέλω, τα δικά μας πιστεύω, τις δικές μας ανάγκες και περιμένουμε ο άλλος να αντιδράσει με τον τρόπο που εμείς θέλουμε. Εκεί επέρχεται η σύγκρουση και έχει να κάνει με το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε χώρο στον άλλο για να πετύχουμε τη συνύπαρξη, να έχουμε μια κοινή πορεία, να είμαστε μαζί. Άρα δεν είναι θέμα φύλου, αλλά διαφορετικών ανθρώπων.

Β. : Και η σκηνοθεσία έχει στηριχτεί σε αυτό. Η παράσταση έχει «φωτιστεί» έτσι ώστε όταν ο Jack ενδιαφέρεται για την Jill, ο θεατής θα μπορεί να δει την Jill. Και το αντίστροφο. Όταν σταματά να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλον, να τον αναζητά, να τον καταλαβαίνει, τότε το κοινό δεν θα μπορεί να τους βλέπει.

Πιστεύετε ότι υπάρχει “απόσταση” μεταξύ ελληνικής και αμερικάνικης κουλτούρας ως προς τη νοοτροπία που διαπνέει το έργο;

Β. : Νομίζω ότι δεν υπάρχει απόσταση τελικά γιατί οι νέες γενιές, ειδικά στην χώρα μας, έχουν μάθει να ερωτεύονται μέσω του Hollywood.(Γελάει) Στο μυαλό μου δεν υπάρχουν αποστάσεις κουλτούρας, ναι είμαστε διαφορετικοί αλλά στο τέλος είμαστε όλοι “άνθρωποι”… και μάλλον περισσότερο ίδιοι παρά διαφορετικοί.

Σ. : Μπορεί το έργο να αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (την αμερικάνικη), αλλά δεν νομίζω ότι έχει τόσες διαφορές με την ελληνική κοινωνία ως προς τις σχέσεις των ανθρώπων. Επίσης, ο Ερρίκος ο Μπελιές έχει κάνει  μια πολύ καλή μετάφραση. Δεν είναι αμιγώς ελληνοποιημένη γιατί δεν απαιτείται, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, το ελληνικό κοινό είναι όντως πολύ εξοικειωμένο με αυτόν (τον αμερικάνικο) τον τρόπο προσέγγισης οπότε θα του είναι πάρα πολύ οικείο το έργο.

Δηλαδή να περιμένουμε μια «χολιγουντιανή» προσέγγιση του έργου από σκηνοθετικής άποψης;

Β. : Σε καμία περίπτωση, γιατί και να ήθελα δεν θα μπορούσα!

Πώς δούλεψες, λοιπόν, τη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης; Το θεώρησες πρόκληση; Υπήρχε κάτι που σε δυσκόλεψε;

Β. : Σε αυτή τη δουλειά προσπάθησα να δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο στον ηθοποιό να εκφραστεί. Είναι κάτι που με απασχολεί και προσπαθήσαμε να το εφαρμόσουμε σε αυτήν την παράσταση. Αυτό που θέλω εγώ είναι χρόνος. Να έχω δικό μου χρόνο για να φτιάξω τον τρόπο με τον οποίο θα έρθω να σας πω την ιστορία, εν προκειμένω του Jack και της Jill. Έδωσα, λοιπόν, χώρο στους ηθοποιούς κι από εκεί και πέρα εγώ έφτιαξα το «πλαίσιο». Δεν μπορείς να το κάνεις πάντα αυτό, αν είχα δύο άλλους ηθοποιούς δίπλα μου θα ήταν ένα άλλο έργο.

Για εμένα πάντως, είναι πολύ σημαντικός, όπως προείπα, ο χρόνος. Χρόνος για να φτιάξουμε μια παράσταση. Επιμένω σε αυτό γιατί στη δουλειά μας δεν υπάρχει χρόνος, βιαζόμαστε πάρα πολύ να ανεβάσουμε πράγματα, με αποτέλεσμα να μην τους δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή και το απαιτούμενο «σκάψιμο» που θέλουν. Ακόμα και αν δεν πρόκειται για Σαίξπηρ ή Σοφοκλή. Το έργο δουλεύεται από τον Ιούλιο, κάναμε δύο μήνες τραπέζι, αυτοσχεδιασμούς και από εκεί και πέρα αλλάξαμε το έργο τέσσερις φορές μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό που θα δείτε εσείς είναι καθαρό. Η παράστασή μας επίσης είναι ένα low budget project, πράγμα που ήταν επίσης μια πρόκληση. Το αποτέλεσμα λοιπόν που θα δείτε επί σκηνής είναι η τέταρτη βερσιόν και είναι εντελώς καθαρή. Ως προς την πρόκληση, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μπορέσουμε να διαχειριστούμε την ελευθερία που μας δίνουν -κι αύτο που λέω εχει να κάνει με τον χώρο που είχαν οι ηθοποιοι να εκφραστούν και να προτείνουν, πράγμα όχι τόσο συνιθισμένο σε σχέση με το βαθμό στον οποίο έγινε σε αυτό το έργο…  Είναι ένα ίδιον της εποχής μας, ενώ έχουμε περάσει από ανελεύθερα καθεστώτα, σήμερα έχουμε τόση ελευθερία και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο αν θες κομμάτι ήταν αυτό.

Ποιοί είναι οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην παράσταση;

Β. : Είναι ο Δημήτρης Κάτσης και η Μαργαρίτα Παπαντώνη. Είναι δύο νέοι ηθοποιοί, υπερταλαντούχα πλάσματα και πολύ καλοί φίλοι. Με τα παιδιά γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και εκτός αυτού έχουμε αρκετά κοινά καλλιτεχνικά «βλέμματα».

Και δυο λόγια για το Vault;

Β. : Η παράσταση ανεβαίνει στον πολυχώρο Vault, έναν πολύ ζεστό χώρο. Πραγματικά μας αγκάλιασε. Προσωπικά, και παρ’ όλο που είναι η πρώτη μου δουλειά ως σκηνοθέτης, ένιωσα ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ο Δημήτρης Καρατζιάς είναι δίπλα μας σε όλη αυτήν την προσπάθεια και τον ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας εμπιστεύτηκε σε αυτή τη δουλειά. Στο Vault ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις και αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε και να δείτε έργα που καλύπτουν πολύ μεγάλο θεατρικό εύρος.

Πιστεύετε ότι στην Αθήνα υπάρχουν σχετικά πολλοί θεατρικοί χώροι; Κι αν ναι, το θεωρείτε καλό ή προβληματικό;

Β. : Όντως υπάρχουν πολλοί χώρες και ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις. Για μένα είναι θετικό από τη στιγμή που κάποιος μπορεί να βρει βήμα για να δείξει τη δουλειά του και κάτι που αξίζει θα ανταμειφθεί. Για εμένα είναι θετικό που η Αθήνα έχει πάρα πολλές σκηνές. Γιατί μπορείς να δεις παραστάσεις διαφορετικού ύφους, κλασικές, μοντέρνες, πειραματικές κλπ. Υπό άλλες συνθήκες μπορεί κι εγώ να μην μπορούσα να βρω χώρο να δείξω τη δουλειά μου. Είναι καλό όποιος κάτι έχει να πει στην τέχνη να μπορεί να το πει, ανεξαρτήτως αν θα έχει αποδοχή ή όχι. Το λιγότερο που θα έπρεπε να μας απασχολεί πάντως είναι το αν υπάρχουν πολλές θεατρικές σκηνές στην Αθήνα. Μακάρι όλο και περισσότερος κόσμος να στρεφόταν προς το θέατρο και τις τέχνες γενικότερα.

Ποιά είναι η γνώμη σας για τις θεατρικές σπουδές στην Ελλάδα;

Β. : Η δουλειά του ηθοποιού είναι πολύ δύσκολη αν αποφασίσει κάποιος ότι θέλει να βιοποριστεί από αυτό. Όπως και οι θεατρικές σκηνές έτσι και οι δραματικές σχολές είναι πολλές. Εγώ το βρίσκω θετικό. Αν θέλει κάποιος να σπουδάσει κάτι γιατί να μην έχει τη δυνατότητα να το κάνει; Νομίζω ότι, όπως το καταλαβαίνω προς το παρόν, η δουλειά που θα κάνει κανείς στον χώρο αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο προσωπική. Έχει να κάνει με το κατά πόσο θα προσπαθήσει, θα μοχθήσει και θα θέλει πραγματικά να μάθει. Σημασία έχει όποιος θέλει να μπει στο χώρο να κάνει φασαρία. Ο χώρος του θεάτρου έχει έναν μυστικισμό. Αν κάποιος διαλέξει αυτόν τον δρόμο θα πρέπει να μείνει, να παλέψει και να προσπαθήσει πάρα πολύ. Το θέατρο έχει κάτι μαγικό· αν πραγματικά του δώσεις θα βρει έναν τρόπο να σε ανταμείψει. Και ήθελα να πω ότι στη Σχολή Πέτρας, που είναι μια νέα δραματική σχολή, γίνεται μια ξεχωριστή προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο να έρθετε στην παράσταση να δείτε τον τρόπο που κάνουμε θέατρο, μια που όλοι οι συντελεστές είμαστε παιδιά της Δραματικής της Πέτρας και προσπαθούμε να έχουμε το δικό μας στίγμα.

Σ. : Στην Ελλάδα υπάρχει κάτι οξύμωρο. Ενώ δεν υπάρχει θεατρική παιδεία, όπως αυτή νοείται σε άλλες χώρες, σε σχολικό επίπεδο ήδη, στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλές σκηνές, πάρα πολλές δραματικές και πάρα πολλοί ηθοποιοί, πράγμα που φαίνεται όντως περίεργο. Το ότι υπάρχουν πολλές σκηνές το βρίσκω κι εγώ θετικό. Είναι ωραίο να υπάρχουν χώροι έκφρασης για κάθε νέο, είτε σε ερασιτεχνικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Νομίζω ότι ούτως ή άλλως βοηθάει, προάγει τον πολιτισμό, είναι μέσο εκτόνωσης, δημιουργίας. Όσον αφορά στις σχολές, αυτό που στερούμαστε σε σχέση με έξω είναι προγράμματα σπουδών. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει το Υπουργείο που ορίζει κάποια πράγματα, αλλά δεν υπάρχει έλεγχος (με την καλή έννοια, όχι παρεμβατισμός), δεν υπάρχει ένα πλαίσιο. Επίσης, θα μπορούσαν να υπάρχουν σχολές με συγκεκριμένη ταυτότητα, πχ. αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με το σωματικό θέατρο αποκλειστικά, να ξέρει που να απευθυνθεί. Το βασικό που λείπει είναι ότι δεν υπάρχουν σχολές γενικά για τις παραστατικές τέχνες. Για αυτό οι περισσότεροι που θέλουν να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο σπουδάζουν έξω. Πρέπει να αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε τι γίνεται έξω και να το επικοινωνήσουμε αυτό. Παρά τις ελλείψεις ωστόσο, το ανθρώπινο δυναμικό είναι πολύ καλό. Δε λείπει ούτε ταλέντο, ούτε θέληση. Και ιδίως μέσα στις αντίξοες συνθήκες και ενώ ο κλάδος πλήττεται βλέπουμε ότι ανεβαίνουν ακόμη περισσότερες παραστάσεις γιατί υπάρχει ανάγκη.

Β. : Συμφωνώ και εγώ ότι έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Όπως επίσης ότι επιβάλλεται να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτά που κάνουν σε άλλες χώρες και να μοιραζόμαστε ιδέες, να ανταλλάσσουμε κουλτούρες με τους άλλους λαούς. Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους, τους πολιτικούς, να μας φέρουν κοντά και να περιμένουμε να ενώσουν την Ευρώπη, για παράδειγμα. Εμείς πρέπει να έρθουμε πιο κοντά ως λαοί και αυτό επιβάλλεται να γίνει και σε αυτό το επίπεδο.

Ποιά είναι η σχέση σας με το ίντερνετ και ποιά η γνώμη σας για αυτό;

Β. : Το ίντερνετ έχει αλλάξει την εποχή μας. Η δικιά μου γενιά έχει σταματήσει να βλέπει τηλεόραση. Είτε για να μάθει ειδήσεις, είτε για να δει σειρές θα χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο. Φέρνει τον κόσμο πιο κοντά. Είμαστε στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής, την οποία το δικό μου μάτι δεν μπορεί ακριβώς να διαγνώσει, γιατί είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν τα έχω πολύ καλά με την τεχνολογία. Ως προς το θέατρο, σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια παράσταση εντελώς ψηφιακή κάποια στιγμή. Κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τον θέατρο, περνάμε από την εποχή του σκηνοθέτη στην εποχή του σκηνογράφου. Γιατί νομίζω ότι μπορούν πλέον όλα να γίνουν ψηφιακά, εικονικό περιβάλλον, εικονικοί ηθοποιοί, σαν animation. Το ίντερνετ εμένα προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό γεγονότα όπως η αραβική άνοιξη, μια επανάσταση η οποία ξεκίνησε από τα κοινωνικά δίκτυα, κινητοποίησε κόσμο. Πάντα υπάρχει κι ο αντίποδας. Φτιάχνουμε ψηφιακούς χαρακτήρες, είμαστε περισσότερο «ψεύτες» μέσα σε αυτό. Πρέπει λίγο να δούμε πως θα είμαστε περισσότερο εμείς πιο αληθινοί μέσα από το διαδίκτυο, όπως αυτό που κάνετε πχ. εσείς μέσα από αυτό το blog. Πρέπει να δούμε πώς θα είμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας μέσα σε αυτό.

Σ. : Είμαστε στην εποχή του διαδικτύου και ως προς την επικοινωνία είναι το νούμερο ένα εργαλείο, ειδικά στις νεότερες ηλικίες. Παίρνουμε όλες τις πληροφορίες από εκεί για τα πάντα και για τις τέχνες, βλέπουμε ταινίες, ακούμε μουσική και θεωρώ ότι είναι ένα μέσο προβολής της δουλειάς. Στα μέσα μαζική δικτύωσης δε, αποκτάς εν δυνάμει ένα κοινό στο οποίο μπορείς να διαφημιστείς, να πεις την άποψή σου, να προβάλλεις τη δουλειά σου και όλα αυτά με μηδαμινό κόστος. Παίζει πλέον καταλυτικό ρόλο.

Έχετε σκεφτεί ποτέ αν θα θέλατε να ασχοληθείτε -εκτός από το θέατρο- με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση;

Β. : Εμένα ο κινηματογράφος με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Η τηλεόραση δεν υπάρχει πια και δε νομίζω να ξαναγεννηθεί. Αλλά είναι χώροι που δεν τους γνωρίζω, ακόμη μαθαίνω το θέατρο.

Σ. : Εγώ θεωρώ και τα δύο μέρος της δουλειάς ενός ηθοποιού. Δεν έχει να κάνει με το μέσο. Δεν είμαι αρνητική σε τίποτα από όλα. Έχει να κάνει με το «προϊόν», αν θα μου ταιριάζει, αν μου αρέσει, αν με αγγίζει. Θα μπορούσα να αρνηθώ μια θεατρική δουλειά αν πίστευα ότι δεν μου ταιριάζει και να πω ναι σε μια δουλειά στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση που θα μου ταίριαζε περισσότερο. Δεν είμαι αρνητική.

Επειδή το Urbanzip έχει ως σημείο αναφοράς τη ζωή στην πόλη, θέλω να σας ρωτήσω, είστε από την Αθήνα; Πώς τη βιώνετε αυτήν την πόλη, την αγαπάτε; Θα θέλατε να την αλλάξετε;

Β. : Γεννήθηκα στο εξωτερικό αλλά ζω από μικρός στην Αθήνα, στα δυτικά προάστια, στο Ίλιον. Αργήσαμε να φύγουμε από τη «γειτονιά» και να ερχόμαστε στο κέντρο. Την Αθήνα αυτή τη στιγμή την αγαπάω πάρα πολύ. Αν μπορούσα να διαλέξω πού θα ήθελα να μείνω, θα επέλεγα τα Εξάρχεια ή τα Πετράλωνα. Είναι δύο γειτονιές που τις βρίσκω αρκετά γοητευτικές, δίπλα σε όλα εκείνα που κάνουν την ζωή μου ωραιότερη. Ταυτόχρονα, αυτή την εποχή, υπάρχουν στοιχεία στην πόλη που με θλίβουν: με θλίβουν οι ακροδεξιές ομάδες, με θλίβει η εγκατάλειψη που βλέπω, με θλίβουν τα στενάχωρα πρόσωπα. Αλλά υπάρχουν και κάποια πρωινά που περπατάς στους δρόμους της, βλέπεις νέους ανθρώπους να δημιουργούν, να στήνουν τις ομάδες τους, τα συγκροτήματά τους, να κάνουν θέατρο δρόμου, να κάνουν εκθέσεις, να ζουν με έναν πολύ ωραίο πραγματικό τρόπο, που με κάνει και χαμογελάω.

Σ. : Εγώ δεν είμαι Αθηναία, αλλά νιώθω έτσι γιατί είμαι εδώ από τα 18 και την αγάπησα αυτήν την πόλη, παρ’ όλη την ασχήμια της. Δεν θεωρώ ότι είναι μια ωραία πόλη, αλλά έχει γωνιές που μπορείς όντως να αγαπήσεις και να πεις «ναι, αυτήν την Αθήνα θα ήθελα να δω και στα υπόλοιπα μέρη της». Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι ο τρόπος που την αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Νομίζω ότι οι Αθηναίοι λατρεύουν να μισούν αυτήν την πόλη. Κι ενώ όλοι γκρινιάζουμε για αυτό δεν κάνουμε τίποτα προκειμένου να μην την πληγώνουμε. Πάντα θεωρούμε ότι η πόλη μας θα πρέπει να φροντίζεται από κάποιον άλλο, τον Δήμο, την πολιτεία. Ενώ μια πόλη διατηρείται από τους κατοίκους της, από το αν τη σέβονται και την αγαπάνε. Δεν είμαστε η μόνη πόλη που περνάει κρίση αλλά τώρα φαίνεται πιο έντονα αυτό το θέμα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έτσι λειτουργούσαμε και πριν. Το σίγουρο είναι ότι είναι μια πόλη που έχει όλη μέρα και όλη νύχτα ζωή· αυτό είναι που αγαπώ στην Αθήνα.  Αυτό που έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή είναι το ιστορικό κέντρο της, είναι ένα μέρος πάνω από το οποίο πρέπει να σκύψουμε όλοι. Πρέπει να γίνει ξανά τόπος συνάντησης των Αθηναίων, να έχει ζωή, να μην γκετοποιηθεί.

Β. : Η Αθήνα έχει μια ευκαιρία: για να αλλάξει και να γίνει πιο όμορφη πρέπει να αξιοποιήσει τους νέους μας γείτονες, τους μετανάστες. Και όλοι μαζί να την κάνουμε μια πολύ πιο όμορφη πόλη.

1472634_10202590919993348_713820471_o

Η παράσταση Jack and Jill ανεβαίνει στον Πολυχώρο Vault (Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός, Τηλέφωνα: 213 0356472 / 6945 993870) κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή 21:00.

Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Δημήτρης Κάτσης και Μαργαρίτα Παπαντώνη. 

Συντελεστές
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Φωτισμοί: Nίκος Καραγέωργος
Βοηθός σκηνοθέτη: Σταυρούλα Γκιόκα
Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου
Φωτογραφίες: Γιάννης Κυλπάσης
Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος
Επιμελεια κουστουμιών: Λυγερή Παπαγιαννάκη
Μουσική επένδυση: Βαγγέλης, Πιτσάκια, Γιάννηδες
Παραγωγή: “BackUp”

Meet Auguste Rodin

Ο Φρανσουά Ωγκύστ Ρενέ Ροντέν, που γεννήθηκε σαν χτες 12 Νοεμβρίου το 1840, ήταν ένας Γάλλος γλύπτης, του οποίου το έργο επηρέασε σημαντικά την τέχνη της γλυπτικής τον 20ο αιώνα. Σύμφωνα με την περιγραφή της wikipedia ο Ροντέν “Αρνήθηκε να αγνοήσει τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις περιέγραψε όσο καλύτερα μπόρεσε στην τέχνη του, με ρεαλισμό και δύναμη. Περιέγραψε επίσης και την ερωτική αδυναμία, με πάθος κι ομορφιά.”

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άποψη του Κήπου του Μουσείου με φόντο την κορυφή του Πύργου του Άιφελ. / View of the museum garden with the top of the Eiffel Tower in the background.

Ο Ροντέν εμπνεύστηκε από την παράδοση, ωστόσο επαναστάτησε ενάντια στις εξιδανικευμένες μορφές της, εισάγοντες νέες πρακτικές. Χάραξε έτσι μια νέα πορεία που οδήγησε σταδιακά στη σύγχρονη γλυπτική. Πολύ γνωστά έργα του είναι “Ο Στοχαστής”, “Οι Πύλες της Κολάσεως”, “Η εποχή του χαλκού”, το ιδιαίτερα αισθαντικό “Το Φιλί”, “Τα Χέρια”,  “Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής”, το άγαλμα του Β. Ουγκώ κ.α.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Οι Πύλες της Κολάσεως / The Gates of Hell

Τα έργα του σήμερα φιλοξενούνται σε έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο στο Παρίσι, το Musée Rodin. Το Μουσείο αυτό αποτελείται από το Hotel Biron, το εκκλησάκι (Chapel) και τον κήπο του. Το αρχοντικό Hotel Biron  χτίστηκε στη Rue de Varenne, Παρίσι, μεταξύ 1727 και 1737 και αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα της αρχιτεκτονικής rocaille, που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή. Το 1908 ο Ροντέν νοίκιασε τέσσερα ισόγεια δωμάτια, τα οποία έβλεπαν στη βεράντα, και χρησιμοποίησε τον χώρο ως στούντιό του. Παράλληλα, εξέθεσε κάποια έργα του στο κήπο. Το Μουσείο άνοιξε το 1919 πια, οπότε και το εκκλησάκι χρησιμοποιήθηκε ως εκθεσιακός χώρος, ο οποίος ανακαινίστηκε τελευταία φορά το 2003 (πηγή: Musée Rodin).

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Στοχαστής / The Thinker

Ο κήπος ωστόσο είναι πραγματικά εκθαμβωτικός και κλέβει την παράσταση. Είναι ένα στοιχείο που προσδίδει μια μοναδικότητα σε αυτό του Μουσείο, καθιστώντας το ένα από τα μέρη που πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτεί κάποιος αν βρεθεί στο Παρίσι.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το αρχοντικό που στεγάζει σήμερα το Μουσείο Ροντέν χτίστηκε στη Rue de Varenne, Παρίσι, μεταξύ 1727 και 1737 – See more at: http://translate.googleusercontent.com/translate_c?depth=1&hl=el&ie=UTF8&prev=_t&rurl=translate.google.gr&sl=en&tl=el&u=http://www.musee-rodin.fr/en/museum/musee-rodin-paris/hotel-biron&usg=ALkJrhhBe-P0EAcTXGv0U3AwXiwUSu3arw#sthash.MYNLONJ1.dpuf
Musée
MuséeRodin. Η ιδιαιτερότητα του χώρου έχει να κάνει με το ότι μερικά από τα έργα του εκτίθενται στους πανέμορφους κήπους του Μουσείου, κάτι που κάνει την επίσκεψη σε αυτό ανεπανάληπτη.

________

Francois Auguste Rene Rodin , born like yesterday on November 12th, 1840, was a French sculptor, whose work influenced deeply the art of sculpture in the 20th century. According to the wikipedia description of Rodin ” He refused to ignore human weaknesses and described it as best he could in his art, with realism and power. He also described the sexual weakness with passion and beauty.”

Rodin was inspired by tradition, but rebelled against the idealized forms by introducing new practices. His work opened gradually the path that led to modern sculpture. Some of Rodin’s well-known works are ” The Thinker”, “The gates of Hell “, ” The Bronze Age ” , the very sensual ” The Kiss”, “The Hands”, “St. John the Baptist”, the Monument of V. Hugo etc.
His works are now housed in a very special place in Paris, the Musée Rodin. This museum consists of the Hotel Biron, the chapel (Chapel) and its garden . Hotel Biron was built in Rue de Varenne, Paris, between 1727 and 1737 and is a shining example of architecture rocaille, which was fashionable at the time. In 1908 Rodin rented four ground floor rooms, which saw the terrace and used the space as his studio. Furthermore, exhibited some works in the garden which impressed him. The Museum opened in 1919 and all the spaces along with the chapel and the garden were used as for the exhibition (source : Musée Rodin).

The garden , however, is really dazzling and steals the thunder of the rest Museum. It is extremely unique and definitely one of the places that must be visited if someone found in Paris.

“What we love about the human body even more than it’s beautiful form is the inner flame that seems to illuminate it transparently.” – Rodin

%d bloggers like this: