Fuchsia risotto..



Have a nice week everyone! Today for lunch I prepared a creamy beetroot risotto! It’s a really simple and quick recipe and the red/pink color of the beetroot makes it look amazing!


  • 320 gr risotto rice (I used Carnaroli)
  • 200g beetroot
  • 100g butter
  • 80g of grated grana padano
  • 100g gorgonzola
  • milk or cream
  • 50ml white wine
  • 1lt hot vegetable stock
  • salt

First of all, blend the beetroot to a puree and store it in the fridge. In a pan, melt half the butter indicated and  toast the rice for 3/4 minutes. Sprinkle with white wine and let it blend. Add stock, salt and cook the rice for about 15 minutes by continuing to add stock when necessary. Melt the blue cheese with a little cream or milk. Remove the risotto from heat and stir in the remaining butter, grana padano cheese and the puree from the fridge.
Serve with melted gorgonzola.











photos © chrysoula papagianni


Rethink Athens : the transformation!

Almost a year ago we posted the results of the Rethink Athens competition won by the dutch office OKRA architects with the architectural proposal titled “One step beyond”. Yesterday was released an impressive video showing the transformation of the city center. The works for implementation will begin in the second half of 2014. Looking forward to that!

Boutique Nadine reloaded!


Boutique Nadine was our first stop at the #unusualflorence tour for 2013, so it’s only fair to start  for 2014 again with them, on number 8 this time! As you see the map has slightly changed, there are new places added and we are so happy about it!

This Nadine is a relatively new store, opened 2 years ago, situated at Via de’ Benci 32r, Santa Croce area.  A place that perfectly blends vintage and contemporary, always a vintage concept store but with more space for new designers in clothing and jewellery. The thing I love the most is the wooden floor combined with the clean white ceiling and the small living room at the back of course! There you’ll find Matteo helping you with everything!


















photos © chrysoula papagianni

Apple special bougatsa..


(Greek: Μπουγάτσα [buˈɣatsa]), is a Greek breakfast pastry consisting of either semolina custard, cheese, or minced meat filling between layers of phyllo.


Have a nice week everyone! Last week I had a problem with my camera and today I brought it to a repair shop and I don’t know when I’ll have it back 😦 So before separating my camera I decided to cook something sweet! It’s been more than 2 weeks that Rania sent me the new book of Vasilis Kallidis, Athens Special, and with the exams I didn’t have the time to get a good look at it. The book is a unique guide at Vasili’s favorite spots in Athens and at the end you’ll also find some recipes inspired from this special tour!

This might not be the typical recipe for bougatsa, besides the apples also the pastry leaf is different. An amazing recipe that you should definitely try! More Athens Special recipes soon!



  • 4 apples
  • 1 tsp butter
  • 1/2 cup sugar
  • 2 leaves of puff pastry

For the cream:

  • 2 cups milk
  • 1 cup sugar
  • 2 tbsp flour
  • 1 tbsp corn flour
  • 2 egg yolks
  • vanilla


Cut apples into small pieces and saute with butter over high heat until they sip their fluids. Add sugar and bring to boil over low heat. Keep some milk in a cup and put the rest to boil along with sugar and vanilla. Dilute in the cold milk, flour, corn flour and egg yolks and mix thoroughly. Pour the hot milk into the yolk mixture, stir vigorously and transfer the mixture back to the saucepan. Boil over high heat until the cream thickens. Lay one leaf of puff pastry on a baking tray strewn with baking paper. Lay the cream and top with the apple filling. Cover with the second leaf of pastry, wet it with water and bake in preheated oven, in air at 180 degrees for 40 minutes. Once the pies cool down, cut into pieces and sprinkle with icing sugar and cinnamon.









photos © chrysoula papagianni

since feeling is first… (VII)

since feeling is first
who pays any attention
to the syntax of things
will never wholly kiss you;
wholly to be a fool
while Spring is in the world
my blood approves,
and kisses are a better fate
than wisdom
lady i swear by all flowers. Don’t cry
– the best gesture of my brain is less than
your eyelids’ flutter which says
we are for each other; then
laugh, leaning back in my arms
for life’s not a paragraph
And death i think is no parenthesis

E. E. Cummings

Jack and Jill: a contemporary romance


Είναι βράδυ Δευτέρας και συναντώ τον Βαγγέλη Λάσκαρη και την Σταυρούλα Γκιόκα στο radiobubble για να μιλήσουμε για το έργο  Jack and Jill που ανεβάζουν αυτήν την περίοδο. Πειράζω τον Βαγγέλη, που σκηνοθετεί την παράσταση, ότι τα γυαλιά οράσεώς του είναι ίδια με των συναδέλφων του, Γούντι Άλεν και Μάρτιν Σκορσέζε. Η Σταυρούλα , που είναι βοηθός σκηνοθέτη, πίνει τον πρώτο καφέ της ημέρας στις 9 το βράδυ! Άλλωστε ακολουθει μεταμεσονύχτια πρόβα… Στην πορεία, διαπιστώνω αυτό που υποπτεύομαι εξαρχής, ότι οι συντελεστές είναι μια πολύ δεμένη παρέα, με ενθουσιασμό, φρεσκάδα και πολύ μεράκι για αυτό που κάνουν. Όταν είδα την παράσταση, διαπίστωσα ότι είναι επίσης και πολύ ταλαντούχοι. Το έργο  Jack and Jill ανεβαίνει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από 1 Φερβουαρίου στον πολυχώρο Vault.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με το θέατρο και ποιά είναι η διαδρομή σας μέχρι σήμερα;

Β. : Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στο Πάντειο Παν/μιο, έχω σπουδάσει κοινωνιολογία. Μετά έκανα ένα MBA στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Με το θέατρο ασχολιόμουν από πολύ μικρός, από τα μαθητικά χρόνια, σε σχολικές θεατρικές ομάδες. Κάποια στιγμή στο πανεπιστήμιο έφτιαξα μια δική μου θεατρική ομάδα, αλλά όλο αυτό γινόταν σαν χόμπι. Αυτή τη στιγμή είμαι δευτεροετής φοιτητής στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της Πετρούπολης, όπου σπουδάζω υποκριτική. Νωρίτερα είχα παρακολουθήσει και κάποια σεμινάρια στο Θέατρο των Αλλαγών και στο L.A. Theater. Σαν ηθοποιός, η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν πέρσι στην παράσταση του Νίκου του Καραγέωργου «Βαϊμάρη 2013». Επίσης, συμμετείχα και στην παράσταση της Βάνας Πεφάνη «Αναζητώντας τον Καβάφη», η οποία έγινε στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Πέτρας. Αυτή ουσιαστικά είναι η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά.

Σ. : Εγώ αγάπησα το θέατρο πρώτα από όλα σαν κοινό. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο είχαμε πάει με το σχολείο σε μια παράσταση και βγήκα από το θέατρο μαγεμένη. Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πολύ να κάνω αυτό που κατάφεραν αυτοί οι άνθρωποι επί σκηνής και με έκαναν εμένα να νιώσω έτσι. Θα ήθελα να μπορώ να το κάνω κι εγώ σε άλλους ανθρώπους. Όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω Κοινωνιολογία στο Πάντειο Παν/μιο, είδα μια ανακοίνωση για οντισιόν για την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ι. Καμπανέλλη. Και είπα ότι θέλω να πάω να δοκιμάσω. Ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική σαν χόμπι, δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτό θα ήταν το επάγγελμά μου. Όντως, λοιπόν, πήγα στην οντισιόν η οποία ήταν της θεατρικής ομάδας του Βαγγέλη (σ.σ. Λάσκαρη), με πήρε και ανεβάζαμε παραστάσεις σε όλα τα φοιτητικά χρόνια. Μετά από τη σχολή μπήκα σε μια άλλη θεατρική ομάδα με την οποία κάναμε ανεβάσαμε κάποιες ερασιτεχνικές παραστάσεις. Στη συνέχεια αποφάσισα να γραφτώ σε κάποιο εργαστήρι να παρακολουθήσω μαθήματα. Πέρασα και τις εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού και πλέον σπουδάζω στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Πετρας όπου είμαι σήμερα δευτεροετής.

Βαγγέλη τι σε ώθησε να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία;

Β. : Με ώθησε μια ώθηση. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία. Νομίζω ότι μου αρέσει να δημιουργώ κόσμους. Να λέμε ιστορίες, να μεταφέρουμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, να είμαστε οι «Μεταφορές – Ο Μπάμπης», εμείς έτσι το λέμε. Να μεταφέρουμε και να λέμε ιστορίες με τον δικό μας τρόπο, με πρόσοχη όμως μην σπάσει τίποτα!!!

Έχεις σκεφτεί ποτέ να γράψεις;

Β. : Όχι, δεν το έχω δοκιμάσει.

Πώς επιλέξατε να ανεβάσετε αυτό το έργο;

Β. : Το έργο λέγεται Jack and Jill, είναι της Jane Martin και είναι ένα σύγχρονο ρομάντζο. Για διάφορους λόγους δεν κατάφερε να ανέβει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα. Αυτό πάντα με ιντρίγκαρε. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται ένα έργο πολύ φορτισμένο για μένα από ανθρώπους πολύ δικούς μου. Το βρήκα από τον Κώστα Μπάρα, ο οποίος ήταν να το ανεβάσει με τη Βάνα Πεφάνη. Πρόκειται για δύο ανθρώπους που έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στο ότι κάνω θέατρο σήμερα και στον τρόπο που το κάνω. Ο βασικότερος λόγος ήταν αυτός. Νομίζω ότι τα έργα τα διαλέγεις από ένστικτο. Επίσης, ζούμε και σε μια εποχή όπου υπάρχουν πράγματα που μας βάζουν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Είμαστε σε μια εποχή που υπάρχει ανάγκη να μιλήσουμε για τον έρωτα και για αυτό που μας ενώνει και μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους. Ακόμα κι αν πολλές στιγμές μπορεί ο έρωτας να οδηγήσει και σε άλλες καταστάσεις. Όμως όλοι ξέρουμε πως όπως και να καταλήξει μια σχέση, ο έρωτας είναι κάτι ανυπέρβλητο. Και νομίζω, ναι, πρέπει να μιλήσουμε λίγο και για αυτά που μας ενώνουν.

Μιλήστε μας λίγο για την υπόθεση. 

Β. : Το έργο λοιπόν είναι ένα ρομάντζο, ένα σύγχρονο ρομάντζο  είναι η ιστορία δύο ανθρώπων ίδιαίτερων και ταυτόχρονα συνηθισμένων. Βλέπουμε την ερωτική ιστορία του Jack και της Jill.

Σ. : Το έργο είναι η πορεία μιας σχέσης: η συνάντηση και η μετέπειτα εξέλιξή της. Νομίζω ότι μέσα από τη δική τους πορεία ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει κομμάτια του και προσωπικές του στιγμές ή να θυμηθεί πώς αντέδρασε ο ίδιος σε περιπτώσεις όπως ένας χωρισμός, τη στιγμή που ερωτευόμαστε, τα κοινά όνειρα που κάνουμε με κάποιον που νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε μαζί.

Η Jane Martin περιγράφεται ως “ύποπτη” και “αμφιλεγόμενη” περίπτωση συγγραφέα. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Β. : Η Jane Martin είναι πράγματι μια “αμφιλεγόμενη” περίπτωση. Είναι μια Αμερικανίδα συγγραφέας που έχει βραβευτεί 4 ή 5 φορές, υπήρξε υποψήφια για το βραβείο Πούλιντζερ, αλλά ποτέ δεν έχει εμφανιστεί δημόσια. Δεν υπάρχουν ούτε φωτογραφίες της. Είναι η πιο γνωστή-άγνωστη συγγραφέας!


Στα πλαίσια της ανάπτυξης των χαρακτήρων του Jack και της Jill υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους σε επίπεδο άντρα-γυναίκας;

Β. : Σε πρώτη ανάγνωση είναι πιθανό να το σκεφτεί κανείς αυτό. Εμείς κάνοντας τουλάχιστον δύο μήνες «τραπέζι», καταλήξαμε στο ότι ζούμε σε μια κοινωνία που αναπαράγει στερεότυπα. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και ο καθένας έχει τη δική του  προσωπικότητα, άρα μάλλον είναι κάτι βαθύτερο από την σύγκρουση άνδρα-γυναίκας. Είναι σύγκρουση διαφορετικών ανθρώπων και έχει να κάνει με το ότι πολλές φορές εμμένουμε στον εαυτό μας και με το ότι πολλές φορές στις σχέσεις σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άλλον, να ψάχνουμε τον άλλον, σταματάμε να τον κοιτάμε όπως τον κοιτάξαμε την πρώτη φορά που τον ερωτευτήκαμε. Άρα στην πραγματικότητα δεν είναι θέμα άνδρα-γυναίκας. Η σύγκρουση προκύπτει επειδή σταματάμε να ενδιαφερόμαστε για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας.

Σ. : Όλες οι σχέσεις είναι ένα παιχνίδι, συνειδητό ή ασυνείδητο, εξουσίας. Νομίζω ότι από εκεί προέρχεται η σύγκρουση. Κάνουμε προβολές στον άλλον τα δικά μας θέλω, τα δικά μας πιστεύω, τις δικές μας ανάγκες και περιμένουμε ο άλλος να αντιδράσει με τον τρόπο που εμείς θέλουμε. Εκεί επέρχεται η σύγκρουση και έχει να κάνει με το κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε χώρο στον άλλο για να πετύχουμε τη συνύπαρξη, να έχουμε μια κοινή πορεία, να είμαστε μαζί. Άρα δεν είναι θέμα φύλου, αλλά διαφορετικών ανθρώπων.

Β. : Και η σκηνοθεσία έχει στηριχτεί σε αυτό. Η παράσταση έχει «φωτιστεί» έτσι ώστε όταν ο Jack ενδιαφέρεται για την Jill, ο θεατής θα μπορεί να δει την Jill. Και το αντίστροφο. Όταν σταματά να ενδιαφέρεται ο ένας για τον άλλον, να τον αναζητά, να τον καταλαβαίνει, τότε το κοινό δεν θα μπορεί να τους βλέπει.

Πιστεύετε ότι υπάρχει “απόσταση” μεταξύ ελληνικής και αμερικάνικης κουλτούρας ως προς τη νοοτροπία που διαπνέει το έργο;

Β. : Νομίζω ότι δεν υπάρχει απόσταση τελικά γιατί οι νέες γενιές, ειδικά στην χώρα μας, έχουν μάθει να ερωτεύονται μέσω του Hollywood.(Γελάει) Στο μυαλό μου δεν υπάρχουν αποστάσεις κουλτούρας, ναι είμαστε διαφορετικοί αλλά στο τέλος είμαστε όλοι “άνθρωποι”… και μάλλον περισσότερο ίδιοι παρά διαφορετικοί.

Σ. : Μπορεί το έργο να αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (την αμερικάνικη), αλλά δεν νομίζω ότι έχει τόσες διαφορές με την ελληνική κοινωνία ως προς τις σχέσεις των ανθρώπων. Επίσης, ο Ερρίκος ο Μπελιές έχει κάνει  μια πολύ καλή μετάφραση. Δεν είναι αμιγώς ελληνοποιημένη γιατί δεν απαιτείται, κατά τη γνώμη μου. Εξάλλου, το ελληνικό κοινό είναι όντως πολύ εξοικειωμένο με αυτόν (τον αμερικάνικο) τον τρόπο προσέγγισης οπότε θα του είναι πάρα πολύ οικείο το έργο.

Δηλαδή να περιμένουμε μια «χολιγουντιανή» προσέγγιση του έργου από σκηνοθετικής άποψης;

Β. : Σε καμία περίπτωση, γιατί και να ήθελα δεν θα μπορούσα!

Πώς δούλεψες, λοιπόν, τη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης; Το θεώρησες πρόκληση; Υπήρχε κάτι που σε δυσκόλεψε;

Β. : Σε αυτή τη δουλειά προσπάθησα να δώσω όσο γίνεται περισσότερο χώρο στον ηθοποιό να εκφραστεί. Είναι κάτι που με απασχολεί και προσπαθήσαμε να το εφαρμόσουμε σε αυτήν την παράσταση. Αυτό που θέλω εγώ είναι χρόνος. Να έχω δικό μου χρόνο για να φτιάξω τον τρόπο με τον οποίο θα έρθω να σας πω την ιστορία, εν προκειμένω του Jack και της Jill. Έδωσα, λοιπόν, χώρο στους ηθοποιούς κι από εκεί και πέρα εγώ έφτιαξα το «πλαίσιο». Δεν μπορείς να το κάνεις πάντα αυτό, αν είχα δύο άλλους ηθοποιούς δίπλα μου θα ήταν ένα άλλο έργο.

Για εμένα πάντως, είναι πολύ σημαντικός, όπως προείπα, ο χρόνος. Χρόνος για να φτιάξουμε μια παράσταση. Επιμένω σε αυτό γιατί στη δουλειά μας δεν υπάρχει χρόνος, βιαζόμαστε πάρα πολύ να ανεβάσουμε πράγματα, με αποτέλεσμα να μην τους δίνουμε την απαιτούμενη προσοχή και το απαιτούμενο «σκάψιμο» που θέλουν. Ακόμα και αν δεν πρόκειται για Σαίξπηρ ή Σοφοκλή. Το έργο δουλεύεται από τον Ιούλιο, κάναμε δύο μήνες τραπέζι, αυτοσχεδιασμούς και από εκεί και πέρα αλλάξαμε το έργο τέσσερις φορές μέχρι το τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό που θα δείτε εσείς είναι καθαρό. Η παράστασή μας επίσης είναι ένα low budget project, πράγμα που ήταν επίσης μια πρόκληση. Το αποτέλεσμα λοιπόν που θα δείτε επί σκηνής είναι η τέταρτη βερσιόν και είναι εντελώς καθαρή. Ως προς την πρόκληση, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να μπορέσουμε να διαχειριστούμε την ελευθερία που μας δίνουν -κι αύτο που λέω εχει να κάνει με τον χώρο που είχαν οι ηθοποιοι να εκφραστούν και να προτείνουν, πράγμα όχι τόσο συνιθισμένο σε σχέση με το βαθμό στον οποίο έγινε σε αυτό το έργο…  Είναι ένα ίδιον της εποχής μας, ενώ έχουμε περάσει από ανελεύθερα καθεστώτα, σήμερα έχουμε τόση ελευθερία και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Νομίζω ότι το πιο δύσκολο αν θες κομμάτι ήταν αυτό.

Ποιοί είναι οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην παράσταση;

Β. : Είναι ο Δημήτρης Κάτσης και η Μαργαρίτα Παπαντώνη. Είναι δύο νέοι ηθοποιοί, υπερταλαντούχα πλάσματα και πολύ καλοί φίλοι. Με τα παιδιά γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και εκτός αυτού έχουμε αρκετά κοινά καλλιτεχνικά «βλέμματα».

Και δυο λόγια για το Vault;

Β. : Η παράσταση ανεβαίνει στον πολυχώρο Vault, έναν πολύ ζεστό χώρο. Πραγματικά μας αγκάλιασε. Προσωπικά, και παρ’ όλο που είναι η πρώτη μου δουλειά ως σκηνοθέτης, ένιωσα ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ο Δημήτρης Καρατζιάς είναι δίπλα μας σε όλη αυτήν την προσπάθεια και τον ευχαριστούμε πάρα πολύ που μας εμπιστεύτηκε σε αυτή τη δουλειά. Στο Vault ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις και αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε και να δείτε έργα που καλύπτουν πολύ μεγάλο θεατρικό εύρος.

Πιστεύετε ότι στην Αθήνα υπάρχουν σχετικά πολλοί θεατρικοί χώροι; Κι αν ναι, το θεωρείτε καλό ή προβληματικό;

Β. : Όντως υπάρχουν πολλοί χώρες και ανεβαίνουν πολλές παραστάσεις. Για μένα είναι θετικό από τη στιγμή που κάποιος μπορεί να βρει βήμα για να δείξει τη δουλειά του και κάτι που αξίζει θα ανταμειφθεί. Για εμένα είναι θετικό που η Αθήνα έχει πάρα πολλές σκηνές. Γιατί μπορείς να δεις παραστάσεις διαφορετικού ύφους, κλασικές, μοντέρνες, πειραματικές κλπ. Υπό άλλες συνθήκες μπορεί κι εγώ να μην μπορούσα να βρω χώρο να δείξω τη δουλειά μου. Είναι καλό όποιος κάτι έχει να πει στην τέχνη να μπορεί να το πει, ανεξαρτήτως αν θα έχει αποδοχή ή όχι. Το λιγότερο που θα έπρεπε να μας απασχολεί πάντως είναι το αν υπάρχουν πολλές θεατρικές σκηνές στην Αθήνα. Μακάρι όλο και περισσότερος κόσμος να στρεφόταν προς το θέατρο και τις τέχνες γενικότερα.

Ποιά είναι η γνώμη σας για τις θεατρικές σπουδές στην Ελλάδα;

Β. : Η δουλειά του ηθοποιού είναι πολύ δύσκολη αν αποφασίσει κάποιος ότι θέλει να βιοποριστεί από αυτό. Όπως και οι θεατρικές σκηνές έτσι και οι δραματικές σχολές είναι πολλές. Εγώ το βρίσκω θετικό. Αν θέλει κάποιος να σπουδάσει κάτι γιατί να μην έχει τη δυνατότητα να το κάνει; Νομίζω ότι, όπως το καταλαβαίνω προς το παρόν, η δουλειά που θα κάνει κανείς στον χώρο αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο προσωπική. Έχει να κάνει με το κατά πόσο θα προσπαθήσει, θα μοχθήσει και θα θέλει πραγματικά να μάθει. Σημασία έχει όποιος θέλει να μπει στο χώρο να κάνει φασαρία. Ο χώρος του θεάτρου έχει έναν μυστικισμό. Αν κάποιος διαλέξει αυτόν τον δρόμο θα πρέπει να μείνει, να παλέψει και να προσπαθήσει πάρα πολύ. Το θέατρο έχει κάτι μαγικό· αν πραγματικά του δώσεις θα βρει έναν τρόπο να σε ανταμείψει. Και ήθελα να πω ότι στη Σχολή Πέτρας, που είναι μια νέα δραματική σχολή, γίνεται μια ξεχωριστή προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο να έρθετε στην παράσταση να δείτε τον τρόπο που κάνουμε θέατρο, μια που όλοι οι συντελεστές είμαστε παιδιά της Δραματικής της Πέτρας και προσπαθούμε να έχουμε το δικό μας στίγμα.

Σ. : Στην Ελλάδα υπάρχει κάτι οξύμωρο. Ενώ δεν υπάρχει θεατρική παιδεία, όπως αυτή νοείται σε άλλες χώρες, σε σχολικό επίπεδο ήδη, στην Αθήνα υπάρχουν πάρα πολλές σκηνές, πάρα πολλές δραματικές και πάρα πολλοί ηθοποιοί, πράγμα που φαίνεται όντως περίεργο. Το ότι υπάρχουν πολλές σκηνές το βρίσκω κι εγώ θετικό. Είναι ωραίο να υπάρχουν χώροι έκφρασης για κάθε νέο, είτε σε ερασιτεχνικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Νομίζω ότι ούτως ή άλλως βοηθάει, προάγει τον πολιτισμό, είναι μέσο εκτόνωσης, δημιουργίας. Όσον αφορά στις σχολές, αυτό που στερούμαστε σε σχέση με έξω είναι προγράμματα σπουδών. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει το Υπουργείο που ορίζει κάποια πράγματα, αλλά δεν υπάρχει έλεγχος (με την καλή έννοια, όχι παρεμβατισμός), δεν υπάρχει ένα πλαίσιο. Επίσης, θα μπορούσαν να υπάρχουν σχολές με συγκεκριμένη ταυτότητα, πχ. αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με το σωματικό θέατρο αποκλειστικά, να ξέρει που να απευθυνθεί. Το βασικό που λείπει είναι ότι δεν υπάρχουν σχολές γενικά για τις παραστατικές τέχνες. Για αυτό οι περισσότεροι που θέλουν να ασχοληθούν με κάτι τέτοιο σπουδάζουν έξω. Πρέπει να αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε τι γίνεται έξω και να το επικοινωνήσουμε αυτό. Παρά τις ελλείψεις ωστόσο, το ανθρώπινο δυναμικό είναι πολύ καλό. Δε λείπει ούτε ταλέντο, ούτε θέληση. Και ιδίως μέσα στις αντίξοες συνθήκες και ενώ ο κλάδος πλήττεται βλέπουμε ότι ανεβαίνουν ακόμη περισσότερες παραστάσεις γιατί υπάρχει ανάγκη.

Β. : Συμφωνώ και εγώ ότι έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Όπως επίσης ότι επιβάλλεται να αρχίσουμε να βλέπουμε αυτά που κάνουν σε άλλες χώρες και να μοιραζόμαστε ιδέες, να ανταλλάσσουμε κουλτούρες με τους άλλους λαούς. Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους, τους πολιτικούς, να μας φέρουν κοντά και να περιμένουμε να ενώσουν την Ευρώπη, για παράδειγμα. Εμείς πρέπει να έρθουμε πιο κοντά ως λαοί και αυτό επιβάλλεται να γίνει και σε αυτό το επίπεδο.

Ποιά είναι η σχέση σας με το ίντερνετ και ποιά η γνώμη σας για αυτό;

Β. : Το ίντερνετ έχει αλλάξει την εποχή μας. Η δικιά μου γενιά έχει σταματήσει να βλέπει τηλεόραση. Είτε για να μάθει ειδήσεις, είτε για να δει σειρές θα χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο. Φέρνει τον κόσμο πιο κοντά. Είμαστε στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής, την οποία το δικό μου μάτι δεν μπορεί ακριβώς να διαγνώσει, γιατί είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν τα έχω πολύ καλά με την τεχνολογία. Ως προς το θέατρο, σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια παράσταση εντελώς ψηφιακή κάποια στιγμή. Κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τον θέατρο, περνάμε από την εποχή του σκηνοθέτη στην εποχή του σκηνογράφου. Γιατί νομίζω ότι μπορούν πλέον όλα να γίνουν ψηφιακά, εικονικό περιβάλλον, εικονικοί ηθοποιοί, σαν animation. Το ίντερνετ εμένα προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό γεγονότα όπως η αραβική άνοιξη, μια επανάσταση η οποία ξεκίνησε από τα κοινωνικά δίκτυα, κινητοποίησε κόσμο. Πάντα υπάρχει κι ο αντίποδας. Φτιάχνουμε ψηφιακούς χαρακτήρες, είμαστε περισσότερο «ψεύτες» μέσα σε αυτό. Πρέπει λίγο να δούμε πως θα είμαστε περισσότερο εμείς πιο αληθινοί μέσα από το διαδίκτυο, όπως αυτό που κάνετε πχ. εσείς μέσα από αυτό το blog. Πρέπει να δούμε πώς θα είμαστε πιο πολύ ο εαυτός μας μέσα σε αυτό.

Σ. : Είμαστε στην εποχή του διαδικτύου και ως προς την επικοινωνία είναι το νούμερο ένα εργαλείο, ειδικά στις νεότερες ηλικίες. Παίρνουμε όλες τις πληροφορίες από εκεί για τα πάντα και για τις τέχνες, βλέπουμε ταινίες, ακούμε μουσική και θεωρώ ότι είναι ένα μέσο προβολής της δουλειάς. Στα μέσα μαζική δικτύωσης δε, αποκτάς εν δυνάμει ένα κοινό στο οποίο μπορείς να διαφημιστείς, να πεις την άποψή σου, να προβάλλεις τη δουλειά σου και όλα αυτά με μηδαμινό κόστος. Παίζει πλέον καταλυτικό ρόλο.

Έχετε σκεφτεί ποτέ αν θα θέλατε να ασχοληθείτε -εκτός από το θέατρο- με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση;

Β. : Εμένα ο κινηματογράφος με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Η τηλεόραση δεν υπάρχει πια και δε νομίζω να ξαναγεννηθεί. Αλλά είναι χώροι που δεν τους γνωρίζω, ακόμη μαθαίνω το θέατρο.

Σ. : Εγώ θεωρώ και τα δύο μέρος της δουλειάς ενός ηθοποιού. Δεν έχει να κάνει με το μέσο. Δεν είμαι αρνητική σε τίποτα από όλα. Έχει να κάνει με το «προϊόν», αν θα μου ταιριάζει, αν μου αρέσει, αν με αγγίζει. Θα μπορούσα να αρνηθώ μια θεατρική δουλειά αν πίστευα ότι δεν μου ταιριάζει και να πω ναι σε μια δουλειά στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση που θα μου ταίριαζε περισσότερο. Δεν είμαι αρνητική.

Επειδή το Urbanzip έχει ως σημείο αναφοράς τη ζωή στην πόλη, θέλω να σας ρωτήσω, είστε από την Αθήνα; Πώς τη βιώνετε αυτήν την πόλη, την αγαπάτε; Θα θέλατε να την αλλάξετε;

Β. : Γεννήθηκα στο εξωτερικό αλλά ζω από μικρός στην Αθήνα, στα δυτικά προάστια, στο Ίλιον. Αργήσαμε να φύγουμε από τη «γειτονιά» και να ερχόμαστε στο κέντρο. Την Αθήνα αυτή τη στιγμή την αγαπάω πάρα πολύ. Αν μπορούσα να διαλέξω πού θα ήθελα να μείνω, θα επέλεγα τα Εξάρχεια ή τα Πετράλωνα. Είναι δύο γειτονιές που τις βρίσκω αρκετά γοητευτικές, δίπλα σε όλα εκείνα που κάνουν την ζωή μου ωραιότερη. Ταυτόχρονα, αυτή την εποχή, υπάρχουν στοιχεία στην πόλη που με θλίβουν: με θλίβουν οι ακροδεξιές ομάδες, με θλίβει η εγκατάλειψη που βλέπω, με θλίβουν τα στενάχωρα πρόσωπα. Αλλά υπάρχουν και κάποια πρωινά που περπατάς στους δρόμους της, βλέπεις νέους ανθρώπους να δημιουργούν, να στήνουν τις ομάδες τους, τα συγκροτήματά τους, να κάνουν θέατρο δρόμου, να κάνουν εκθέσεις, να ζουν με έναν πολύ ωραίο πραγματικό τρόπο, που με κάνει και χαμογελάω.

Σ. : Εγώ δεν είμαι Αθηναία, αλλά νιώθω έτσι γιατί είμαι εδώ από τα 18 και την αγάπησα αυτήν την πόλη, παρ’ όλη την ασχήμια της. Δεν θεωρώ ότι είναι μια ωραία πόλη, αλλά έχει γωνιές που μπορείς όντως να αγαπήσεις και να πεις «ναι, αυτήν την Αθήνα θα ήθελα να δω και στα υπόλοιπα μέρη της». Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι ο τρόπος που την αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Νομίζω ότι οι Αθηναίοι λατρεύουν να μισούν αυτήν την πόλη. Κι ενώ όλοι γκρινιάζουμε για αυτό δεν κάνουμε τίποτα προκειμένου να μην την πληγώνουμε. Πάντα θεωρούμε ότι η πόλη μας θα πρέπει να φροντίζεται από κάποιον άλλο, τον Δήμο, την πολιτεία. Ενώ μια πόλη διατηρείται από τους κατοίκους της, από το αν τη σέβονται και την αγαπάνε. Δεν είμαστε η μόνη πόλη που περνάει κρίση αλλά τώρα φαίνεται πιο έντονα αυτό το θέμα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έτσι λειτουργούσαμε και πριν. Το σίγουρο είναι ότι είναι μια πόλη που έχει όλη μέρα και όλη νύχτα ζωή· αυτό είναι που αγαπώ στην Αθήνα.  Αυτό που έχει ανάγκη αυτή τη στιγμή είναι το ιστορικό κέντρο της, είναι ένα μέρος πάνω από το οποίο πρέπει να σκύψουμε όλοι. Πρέπει να γίνει ξανά τόπος συνάντησης των Αθηναίων, να έχει ζωή, να μην γκετοποιηθεί.

Β. : Η Αθήνα έχει μια ευκαιρία: για να αλλάξει και να γίνει πιο όμορφη πρέπει να αξιοποιήσει τους νέους μας γείτονες, τους μετανάστες. Και όλοι μαζί να την κάνουμε μια πολύ πιο όμορφη πόλη.


Η παράσταση Jack and Jill ανεβαίνει στον Πολυχώρο Vault (Μελενίκου 26, Γκάζι, Βοτανικός, Τηλέφωνα: 213 0356472 / 6945 993870) κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή 21:00.

Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Δημήτρης Κάτσης και Μαργαρίτα Παπαντώνη. 

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Λάσκαρης
Φωτισμοί: Nίκος Καραγέωργος
Βοηθός σκηνοθέτη: Σταυρούλα Γκιόκα
Εκτέλεση Παραγωγής: Σοφία Παναγοπούλου
Φωτογραφίες: Γιάννης Κυλπάσης
Αφίσα: Nίκος Παναγόπουλος
Επιμελεια κουστουμιών: Λυγερή Παπαγιαννάκη
Μουσική επένδυση: Βαγγέλης, Πιτσάκια, Γιάννηδες
Παραγωγή: “BackUp”

Exam day..


Hi everyone! Yesterday we presented the final part of the course Architecture and Town Lab so the exams are finally over! We have a two week break and then we start again. Below some photos from yesterday’s exam, our project and some pics from the other groups work.













Thanks to Nikos for the photos he took while we were presenting!

photos © chrysoula papagianni

Arachova: the village, the mountains and the oracle


Το Σαββατοκύριακο πήγα για πρώτη φορά στην Αράχωβα, αυτό το κοσμοπολίτικο χωριουδάκι με τα πέτρινα σπίτια, τα ακριβά αυτοκίνητα και τις υπέροχες ταβέρνες. Ευτυχώς, ο αριθμός επισκεπτών ήταν τέτοιος που μας επέτρεψε να κινηθούμε φυσιολογικά, να βρίσκουμε τραπέζι, θέση πάρκινγκ κλπ.


Φυσικά είχαμε πάει διαβασμένοι (πριν από λίγο καιρό είχε γράψει η Γιώτα Μιχελή σχετικό άρθρο στο savoirville), αλλά δεν χρειάστηκε πολύς κόπος για να ξεχωρίσεις τα μέρη που αξίζουν να επισκεφτείς. Η βόλτα στο χιονοδρομικό είναι αδιαμφισβήτα ο λόγος για τον οποίο πας. Άλλωστε αυτή τη φορά δεν είχε χιόνια μέσα στην Αράχωβα, οπότε έπρεπε να πεταχτούμε στον Παρνασσό. Και φάγαμε πολύ χιόνι, πράγματι.


Για καφέ και ποτό πήγαμε στο “E” (είναι το πιο πολυσύχναστο μαγαζί του είδους του με ιδιαίτερη διακόσμηση και γυάλινη οροφή). Πήγαμε και στο “Le Sapin”, που είναι επίσης πολύ όμορφο. Οι επιλογές είναι πάρα πολλές για το μέγεθος της περιοχής. Φάγαμε πολύ ωραία πίτσα ψημένη σε ξυλόφουρνο στο Pomodori. Και δοκιμάσαμε απίστευτα φαγητά σε δύο ταβέρνες, στον Καπλάνη και στο Αρχοντικό. Απ’ ότι καταλάβαμε όμως οι περισσότερες ταβέρνες είχαν εξαιρετική κουζίνα οπότε αν πάτε διαλέξτε όποια σας κλείνει το μάτι. Φεύγοντας πήραμε και λίγη φορμαέλα για το δρόμο.


Αν πας στην Αράχωβα πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφτείς το Μουσείο των Δελφών και τον αρχαιολογικό χώρο. Στο Μουσείο άλλωστε εκτίθεται ο ξακουστός Ηνίοχος και άλλα πολυ ενδιαφέροντα εκθέματα. Αν είμαστε τυχεροί, η αρχαιολόγος της παρέας a.k.a. davetaki θα μας γράψει μερικές πληροφορίες ακόμη!


Ο Ηνίοχος των Δελφών.


Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ένα μέρος μαγευτικό και επιβλητικό. Ανεβαίνεις την πλαγιά και συναντάς δεξιά και αριστερά τα αφιερώματα των επισκεπτών του μαντείου, το ναό του Απόλλωνα, το Θέατρο και στο τέλος βρίσκεις το Στάδιο.


Delfoi temple


Εμείς φτάσαμε μέχρι το Θέατρο γιατί ο χώρος έκλεινε. Υποσχεθήκαμε όμως να ξαναπάμε για να επισκεφτούμε και τα υπόλοιπο κομμάτι.


Και επειδή κάθε εκδρομή έχει το δικό της soundtrack, εμείς ακούγαμε έναν δίσκο του ’70. Σας αφιερώνω το σχετικό τραγούδι, με ρετρό διάθεση και πολλές ευχαριστίες στον οδηγό!

High water..

Hi everyone! My mother just called asking if Arno overflowed. Well this last week it’s raining continuously and in Pisa the situation was critical. The bridges closed 2 days ago, blocking access to the city and they put bulkheads along the river. In Florence there isn’t that risk (yet!) but the water is really high. So yesterday I decided to take a break from studying and see how things stand by the river. Those of you who know the city can definitely understand the difference!









photos © chrysoula papagianni

Happy snowy February!

Good morning dear friends! Have a nice snowy month!

At Kellaria, Parnassos #now

%d bloggers like this: